Καλοκαιρινές γαστριμαργικές αναμνήσεις - ΠήλιοΓράφει η Αλίκη Δανάλη


Αγαπητοί μου φίλοι καλησπέρα σας,

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου, ώρα 10 παρά τέταρτο το βραδάκι και αφού έχω επιστρέψει πλέον για τα καλά στο κλεινόν άστυ, στο «χωριό μου» όπως συνηθίζω να λέω, αφού η μαμά είναι βέρα πλακιώτισσα, (για τον μπαμπά μην ρωτήσετε, πάντως είναι από νησί), καθισμένη στο μπαλκόνι μου, αυτή την φορά με ένα ποτήρι ουίσκι με μπόλικα μεγάλα παγάκια, αρωματικά κεριά για ατμόσφαιρα και απαλή instrumental μουσική (βλέπετε κακόμαθα το καλοκαιράκι σε ρομαντικές συνθήκες), σκέφτομαι που θα ήθελα να ταξιδέψω τώρα.

Ο καιρός μουντός, μερικές μεγάλες σταγόνες βροχής έπεσαν αραιά για να μας προϊδεάσουν δειλά – δειλά για το φθινόπωρο, αρκετή υγρασία που την κόβει ένα φρέσκο αεράκι συχνά πυκνά, που αλλού να πάει ο νους μου? Σε έναν ορεινό προορισμό. Θα ήθελα λοιπόν να ταξιδέψω στο Πήλιο, εκεί που ήμουν τον Απρίλιο, πριν τις καλοκαιρινές εξορμήσεις και εκεί που επιστρέφω κάθε φθινόπωρο για να πάρω τις πρώτες μυρωδιές της γής, να γεμίσει το μάτι μου εικόνες από χρυσοκόκκινοκαφέ καστανιές, να περπατήσω στα ατέλειωτα μονοπάτια, να πιώ τα τσιπουράκια μου και φυσικά Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος να ρίξω και μια βουτιά στην αγαπημένη μου Πλάκα ή στο Παππά Νερό.

Απαραίτητα εφόδια, βενζίνη, καφεδάκι και νεράκι στο αυτοκίνητο, ψιλά για τα ατελείωτα διόδια, υπομονή σε περίπτωση που πέσετε σε κίνηση, καλή παρέα και φύγαμε.

Φθάσαμε κιόλας στον Βόλο, μια πολύβουη πόλη, με τα φανάρια της, τα μαγαζιά της, τον κόσμο να πηγαινοέρχεται ή να κάθεται να πίνει τον καφέ του ή το κλασικό για τους ντόπιους τσιπουράκι, τολμώ να πώ χωρίς άγχος (ή έτσι φαίνεται τουλάχιστον). Διασχίζουμε τον Βόλο και προχωράμε με βάση τις ταμπέλες προς Τσαγκαράδα που βρίσκεται περίπου 47 χιλιόμετρα προς το βουνό. Αρχίζει η ανάβαση σε έναν ωραίο δρόμο με σωστές στροφές και πανέμορφη θέα, ενίοτε πέφτουμε και σε μια συννεφοομίχλη που ταιριάζει τόσο στο περιβάλλον που σε συνεπαίρνει, ανεβαίνουμε …… και κάπου πριν το Ξουρίχτι βλέπουμε μια ταμπέλα που γράφει Λαμπινού. Προχωράμε αλλά επειδή θέλουμε να μπούμε στο κλίμα, όταν αντικρύζουμε ένα καφενέ να το πώ? Τουριστικό περίπτερο να το πώ? Ουζερί να το πώ? Ότι και αν το πώ είναι ένα όμορφο μαγαζάκι με τραπεζοκαθίσματα και καναπεδάκια πάνω στον δρόμο με τέλεια θέα, οπότε λές εδώ ΣΤΑΣΗ. Την πρώτη φορά το λές ίσως γιατί θέλεις να ξεκουραστείς κάπως από την διαδρομή. Την δεύτερη όμως? (εσείς θα μου πείτε).

Σταματάμε, καθόμαστε και τι άλλο θα παραγγείλουμε στο βουνό? Τσιπουράκι έτσι για να βρέξουμε κάπως τον ουρανίσκο μας, για να μπούμε στο κλίμα. Έρχεται το τσιπουράκι, μπουκαλάκι/μερίδα με τα παγάκια του, το παγωμένο σε μπουκάλι γυάλινο, νερό, με ένα χαμόγελο περίσσιο. Δεν προλαβαίνουμε να ανοίξουμε τα μπουκαλάκια και έρχεται το πρώτο οβάλ πιατάκι με τον μεζέ (τουρσί μελιτζάνα, πιπεριά, κολοκύθι) και φρέσκο ζυμωτό ψωμί (όχι δεν το φτιάχνουν αυτό οι ίδιοι το αγοράζουν από τον φούρνο) εν αντιθέσει με σχεδόν όλα τα άλλα που τα φτιάχνουν οι ίδιοι. Σου ανοίγει η όρεξη και παραγγέλνεις το δεύτερο τσιπουράκι , έρχεται και το δεύτερο πιατάκι (αγγούρι, ντομάτα, ριγανούλα, αλατάκι, λαδάκι), στο τρίτο τσιπουράκι και το τρίτο πιατάκι (φέτα ψητή σε αλουμινόχαρτο με ντοματούλα, πιπεριά, ριγανίτσα και μπόλικο κόκκινο πιπέρι), στο τέταρτο τσιπουράκι το τέταρτο πιατάκι (καβουρόψυχα κομμένη ζουλιέν με λεμονάκι)… Εκεί λές δεν πάει άλλο γιατί πρέπει και να συνεχίσουμε την οδήγηση μέχρι την Τσαγκαράδα και ζητάς τον λογαριασμό… ο οποίος έρχεται πάλι συνοδευόμενος με περίσσιο χαμόγελο, μόνο που αυτή την φορά συνοδεύεται και με γλυκό κουταλιού λεμόνι (θεϊκή γεύση). Σύνολο 8 τσιπουράκια μερίδες, τέσσερα οβάλ πιατάκια, τι πιατάκια δηλαδή μερίδες κανονικές, ψωμάκι ζυμωτό κατ’ επανάληψη, σύνολο 17 euro.

Ξεκινάμε με στόχο να φθάσουμε στην Τσαγκαράδα ένα από τα πιο όμορφα χωριά (κατά την γνώμη μου) του Πηλίου, αφού περάσουμε το Ξουρίχτι (εδώ θέλει λίγο προσοχή γιατί τον χειμώνα μπορεί να έχει γίνει κάποια κατολίσθηση και να έχει κλείσει ο δρόμος, οπότε θα επιλέξετε την διαδρομή από τα Χάνια) . Τσαγκαράδα λοιπόν μετά από περίπου 4,30 ώρες, χωρίς κίνηση και χωρίς να υπολογίσουμε την ώρα που καθίσαμε για τα τσιπουράκια μας.

Καταπράσινη, αραιοκατοικημένη, με τα παραδοσιακά πετρόκτιστα πανέμορφα σπίτια αλλά και με πραγματικά αρχοντικά, με τα ρυάκια που σχίζουν τα βουνά και καταλήγουν σε βρύσες ποικιλόμορφα χτισμένες, για να ξεδιψάσει ο ταξιδιώτης, με τις πλατείες της των Ταξιαρχών, την Αγία Παρασκευή με τον πλάτανο των χιλίων ετών, τον Αγιο Στέφανο, με τα εστιατόρια, τα καφέ, τις ταβέρνες της και τα πολύ ιδιαίτερα ξενοδοχεία της. Πετρόκτιστα και αυτά, κοσμούν πλευρές του δάσους (τολμώ να πώ του άγριου δάσους), με τα τζάκια τους, τα πρωινά με τα τοπικά προϊόντα, την θέα τους, με τις