Γιάννης Τσέλεπος: Μια σημαντική συνέντευξη-παρουσίαση στην Καθημερινή Μια πολύ τιμητική συνέντευξη-παρουσίαση του Γιάννη Τσέλεπου, τόσο για το ελληνικό κρασί γενικότερα όσο και για τον ίδιο τον σημαντικό οινοπαραγωγό, δόθηκε στην Τάνια Γεωργιοπούλου και δημοσιεύτηκε ολοσέλιδη στην "Καθημερινή" της 24/12/2011.

Είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη, γιατί μας παρουσιάζει το Γιάννη Τσέλεπο, τις απόψεις του για το ελληνικό κρασί, αλλά και τις εμπειρίες του πριν και μετά την κρίση.

«Πριν δύο - τρία χρόνια δεν σκεφτόμασταν τόσο τις εξαγωγές. Πουλούσαμε καλά εντός Ελλάδος, ήταν φθηνός ο τραπεζικός δανεισμός, είχαμε πολύ μεγάλες κερδοφορίες. Με την κρίση προσγειωθήκαμε, καταλάβαμε πόσο στον αέρα ήταν όλα και μετά για να επιβιώσουμε αλλάξαμε κατεύθυνση... Το 2004 - 2005 ήταν όλο το εμπόρευμά μας πουλημένο από την αρχή του χρόνου. Ότι βγάζαμε το χρησιμοποιούσαμε για να κάνουμε νέες επενδύσεις... Περίμενε κανένας να γίνουν αυτά που γίνονται τώρα;.... Όταν ήρθα στην Τρίπολη και έφτιαξα την επιχείρηση πλήρωνα κανονικά τις υποχρεώσεις μου στην εφορία. Τότε τηλεφώνησε άνθρωπος μέσα από την εφορία στην κοπέλα στο λογιστήριο και της είπε. «Πες του αυτουνού να μην πληρώνει ΦΠΑ γιατί χαλάει την πιάτσα».

Αλλά... διαβάστε τη συνέντευξη... εμείς θα πούμε και πάλι ένα μπράβο στο Γιάννη Τσέλεπο για όσα λέει με θάρρος και έξω από τα δόντια. Και ένα ακόμα μπράβο που φέρνει το ελληνικό κρασί στα ολοσέλιδα του έγκυρου ελληνικού τύπου...




Οι Ελληνες γυρνάνε πάλι στα κτήματα για δουλειά
 Γιάννης Τσέλεπος, οινοπαραγωγός
Είμαστε εφευρετικοί, προσαρμοζόμαστε, αλλά δεν μπορούμε να δουλέψουμε ομαδικά

Της Τανιας Γεωργιοπουλου


Δύο ειδήσεις, ευχάριστες, κόντρα στο κλίμα της εποχής, ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για να οργανωθεί αυτό το γεύμα. Η συμφωνία για εξαγωγές κρασιού του Γιάννη Τσέλεπου στην Κίνα και το ότι το αμερικανικό περιοδικό Wine and Spirit συμπεριέλαβε τον Ελληνα οινοποιό στους πενήντα καλύτερους με παρουσία στην Αμερική.


Γεννημένος στην Κύπρο, με σπουδές οινοποιού στη Γαλλία, μετράει ωστόσο περισσότερα από 20 χρόνια στην αρκαδική γη ως οινοπαραγωγός. Εχει ζήσει πολλές επιτυχίες αλλά χρειάστηκε να ξεπεράσει και κάμποσες δυσκολίες. Οπως πριν από δύο χρόνια όταν βρέθηκε να χρωστάει μεγάλα κεφάλαια από πρόσφατες επενδύσεις, την ίδια στιγμή που η κατανάλωση εμφιαλωμένου κρασιού στη χώρα έπεφτε κατακόρυφα. «Είμαστε όλοι στον κόσμο μας για πολύ καιρό», λέει χαρακτηριστικά. Τότε ήταν που αποφάσισε να ρίξει το βάρος του στις εξαγωγές. «Ηδη έχουμε αντικαταστήσει το 35 - 40% της εγχώριας κατανάλωσης με εξαγωγές. Στην Αμερική, στον Καναδά, στο Βέλγιο, στην Κύπρο και τώρα στην Κίνα. Ευτυχώς σωθήκαμε», λέει με ανακούφιση. «Και όχι μόνο εμείς. Οι Κινέζοι έχουν «ξελασπώσει» όλα τα μεγάλα γαλλικά chateaux».


Το πρώτο του δημιούργημα, στις αρχές της δεκαετίας του '90, ήταν η Μαντίνεια Τσέλεπου, ένα αρωματικό κρασί Μοσχοφίλερο που καλλιεργείται στις παρυφές του Πάρνωνα. Tο περιγράφει ως «καθημερινό κρασί που όμως έχει μια διαφορετική γοητεία». Το κρασί του κτήματος, όμως, που κέρδισε περίοπτη θέση στα δείπνα των πλούσιων Κινέζων εμπόρων είναι ο «Κοκκινόμυλος», ένα βαθύ κόκκινο merlot.


«Ασπρο πάτο» στην Κίνα


Πριν από το γεύμα μας, σε ένα εστιατόριο της Τρίπολης, ο Γιάννης Τσέλεπος μού πρότεινε μια ξενάγηση στο κτήμα. Και βέβαια δεν είπα όχι. «Οι Κινέζοι πίνουν μόνο κόκκινα κρασιά, παρόλο που η κουζίνα τους ταιριάζει με τα λευκά» με πληροφορεί καθώς ανεβαίνουμε την πλαγιά ενός λοφίσκου. Τα αμπέλια γύρω μας, στις αρχές του χειμώνα, γυμνά κλαδιά, μαζεύουν δύναμη για την ώρα που θα πρασινίσουν και πάλι. «Και το πίνουν όλο άσπρο πάτο. Στο επίσημο δείπνο όταν κλείσαμε τη συμφωνία, τριάντα άτομα ήπιαμε εξήντα μπουκάλια κρασί. Ευτυχώς οδήγησε η γυναίκα μου. Είχα χρόνια να μεθύσω» επανέρχεται γελώντας στο θέμα «Κίνα».


Με πανοραμική θέα στα 370 στρέμματα του αμπελώνα Τσέλεπου, ο οινοποιός διηγείται πώς ξεκίνησε η συνεργασία με τους Κινέζους.


«Είχα παρατηρήσει ότι μια κάβα στην Ομόνοια ζήταγε πολλές φιάλες «Κοκκινόμυλο». Τους πήρα τηλέφωνο και τους ρώτησα τι συμβαίνει. Μου απάντησαν «έχουμε πελάτες κάτι Κινέζους». Ετσι έμαθα ότι το Ελληνοκινεζικό Επιμελητήριο δείχνει προτίμηση στα κρασιά μου.


Σε ένα επίσημο δείπνο ο Κινέζος πρωθυπουργός δοκίμασε το συγκεκριμένο κρασί. Δύο μήνες αργότερα το πρώτο φορτίο για την Απω Ανατολή είχε ήδη ξεκινήσει. Η συμφωνία που έκλεισε ο Γιάννης Τσέλεπος με εταιρεία της Κίνας έχει ύψος 850.000 ευρώ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Τα κρασιά πηγαίνουν στο Γουέν Τσου, μια πόλη 10 εκατ. κατοίκων, όπου κατοικοεδρεύει μια σημαντική κοινότητα εμπόρων και όπου κυκλοφορεί πολύ χρήμα. «Σε αυτή την πόλη καταναλώνεται το 60% του κρασιού που πίνεται στην Κίνα και το υπόλοιπο στη Σαγκάη. Και πληρώνουν μετρητά. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι σημαίνει αυτό για εμάς σε αυτή τη συγκυρία».


Βρισκόμαστε στο κέντρο του αμπελώνα και είναι φανερό ότι ο Γιάννης Τσέλεπος νιώθει πιο άνετα από το σπίτι του. Με τη χαρακτηριστική τραγουδιστή κυπριακή προφορά με ξεναγεί στις γωνιές του κτήματος. Τα σημεία όπου καλλιεργούνται τα κρασοστάφυλα για τη Μαντίνεια, το αμπελοτόπι του «Κοκκινόμυλου», τα αμπέλια για τη δημοφιλέστατη Μελισσόπετρα, κρασί ποικιλίας Gewurztaminer, «ένα κρασί που η έλλειψή του κάνει κακό στην επιχείρηση». Στο τοπίο με τα αμπέλια παρεμβάλλονται τμήματα πευκοδάσους που «προσθέτουν ένα ειδικό άρωμα στα σταφύλια» όπως μου εξηγεί αλλά και σημεία με ρείκι και κερασιές. Απλώνει το χέρι και δείχνει πέρα στα όρια του οροπεδίου του κτήματος: «Οι κερασιές δεν είναι δικές μου, αλλά μου αρέσει που υπάρχουν σε κάποια σημεία», λέει. Στην αρχή της συνάντησής μας μου έδειξε το πραγματικά υπερσύγχρονο οινοποιείο. Ομως «ο τόπος του» είναι το αμπέλι.


«Εχει μεγάλη σημασία το αμπελοτόπι. Δεν μπορείς να κάνεις όλες τις ποικιλίες οπουδήποτε. Δουλεύουμε πολύ πάνω στο αμπέλι. Τα καλά κρασιά μπορούν να γίνουν με την οινοποίηση, αλλά τα μεγάλα κρασιά γίνονται στο αμπέλι. Και εμείς είμαστε πρώτα αμπελουργοί».


Τα ελληνικά κρασιά πηγαίνουν στη Ρωσία μέσω... Ισπανίας


Ανθρωπος πληθωρικός, ο Γιάννης Τσέλεπος μιλάει έξω από τα δόντια, δεν διστάζει να πει την άποψή του «για όλους και για όλα» κατά την προσφιλή δημοσιογραφική έκφραση. Οι παραγωγοί αμπελοστάφυλων διαμαρτύρονται γιατί φέτος υπήρξε μεγάλη καταστροφή λόγω περονόσπορου, επισημαίνω. Η απάντησή του δικαιώνει τη φήμη του ως «κακού» του κλάδου.


«Αυτά είναι χαζομάρες. Εμείς δεν είχαμε κανένα πρόβλημα. Απλώς δεν είναι επαγγελματίες, δεν ασχολούνται με τα αμπέλια. Πρέπει εσύ ο ίδιος να κλαδεύεις, να ξεφυλλίσεις το αμπέλι, να ξεβλαστώσεις και έτσι αμέσως καταλαβαίνεις αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Αλλά οι αγρότες δεν ξέρουν και οι γεωπόνοι τους καθοδηγούν λάθος. Ενα άλλο πρόβλημα είναι ο μικρός κλήρος. Δεν μπορεί με τρία στρέμματα να περιμένεις να βγάλεις εισόδημα για όλο τον χρόνο».


«Ο μικρός κλήρος είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής αλλά οι πολιτικοί είναι ή αδιάφοροι ή ανίκανοι» συμπληρώνει. Ο ίδιος για να «φτιάξει» ένα ενιαίο κτήμα 375 στρεμμάτων στην Τεγέα έκανε 120 συμβόλαια με διαφορετικούς παραγωγούς. Μοιάζει να το σκέφτεται λίγο και επιμένει. «Μήπως δεν είναι οι πολιτικοί αυτοί που μπλέχτηκαν με τους συνεταιρισμούς και τελικά τους κατέστρεψαν; Ξέρεις ότι από την ημέρα που ανακοινώθηκε το δημοψήφισμα έως την ημέρα που συγκροτήθηκε η κυβέρνηση δεν πουλήσαμε ούτε ένα μπουκάλι; Μόλις έγινε πρωθυπουργός ο Παπαδήμος άρχισαν οι παραγγελίες. Για να δεις πώς λειτουργεί η αγορά».


Η ερώτηση που μου έρχεται είναι σχεδόν απλοϊκή. «Τι θα θέλατε λοιπόν να κάνουν οι πολιτικοί, τι περιμένετε από αυτούς;»


«Να βοηθήσουν ουσιαστικά. Για παράδειγμα, να κάνουμε μια διακρατική συμφωνία με τη Ρωσία για να ανοίξει αυτή η αγορά. Τώρα μόνο οι Ισπανοί μπορούν να πουλήσουν στη Ρωσία. Για τους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες πήραν κρασιά από την Ελλάδα και πρέπει να πάνε μέσω Ισπανίας», απαντά.


Προσπαθεί να μπει 2,5 χρόνια στην αγορά της Ρωσίας, αλλά ακόμα δεν τα έχει καταφέρει. «Σπάω τα μούτρα μου προς το παρόν, αλλά τελικά θα γίνει», λέει με πείσμα. Μέσα στη γενική ατμόσφαιρα ηττοπάθειας, θαυμάζω την αισιοδοξία του.


«Μα άμα τελειώσει η ελπίδα, πέθανες», μου απαντά. «Προσπαθείς και αν έχεις και τύχη όλα γίνονται».


Η τύχη παίζει ρόλο λοιπόν, διαπιστώνω. «Πολύ μεγάλο. Μια στιγμή μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Η τύχη και οι άνθρωποι που συναντάς στη ζωή σου. Αλλά και αυτές οι συναντήσεις τυχαίες είναι».


Στην Ελλάδα αντί να επιβραβεύουν μια καλή επιχείρηση, την τιμωρούν


Υποσχέθηκε παραδοσιακή ταβέρνα για το γεύμα μας και τήρησε τον λόγο του. Η Κληματαριά του Πιτερού είναι ένα τυπικό μαγειρείο στην όψη. Οι ντόπιοι όμως που το προτιμούν, όπως είναι φανερό από τον αριθμό των θαμώνων, αργά το μεσημέρι, κάτι ξέρουν. Ο συνδαιτυμόνας μου παινεύει το φαγητό στο συγκεκριμένο εστιατόριο, αλλά επισημαίνει ότι «από κρασί μην περιμένεις και πολλά πράγματα». «Γι' αυτό έφερα ένα δικό μου» λέει γελώντας και ακουμπώντας τη φιάλη στο τραπέζι μόλις καθήσαμε. Μοσχοφίλερο, «το αγαπημένο σας» επισημαίνω. «Αυτό το κρασί με ανέδειξε. Δεν πρέπει να είμαστε αχάριστοι».


Δεν προλαβαίνω να θέσω την επόμενη ερώτηση και βιάζεται να παραδεχτεί το... λάθος του. «Πριν δύο - τρία χρόνια δεν σκεφτόμασταν τόσο τις εξαγωγές. Πουλούσαμε καλά εντός Ελλάδος, ήταν φθηνός ο τραπεζικός δανεισμός, είχαμε πολύ μεγάλες κερδοφορίες. Με την κρίση προσγειωθήκαμε, καταλάβαμε πόσο στον αέρα ήταν όλα και μετά για να επιβιώσουμε αλλάξαμε κατεύθυνση».


Η εποχή της αθωότητας, τότε που όλα πήγαιναν πρίμα, έρχεται ξανά και ξανά στην κουβέντα μας. «Το 2004 - 2005 ήταν όλο το εμπόρευμά μας πουλημένο από την αρχή του χρόνου. Ο,τι βγάζαμε το χρησιμοποιούσαμε για να κάνουμε νέες επενδύσεις». Μετά μία μικρή παύση, αναρωτιέται. «Περίμενε κανένας να γίνουν αυτά που γίνονται τώρα;». Αμέσως μετά αναγνωρίζει ότι σημάδια υπήρχαν αλλά κανείς δεν έδινε σημασία. «Οταν ήρθα στην Τρίπολη και έφτιαξα την επιχείρηση πλήρωνα κανονικά τις υποχρεώσεις μου στην εφορία. Τότε τηλεφώνησε άνθρωπος μέσα από την εφορία στην κοπέλα στο λογιστήριο και της είπε. «Πες του αυτουνού να μην πληρώνει ΦΠΑ γιατί χαλάει την πιάτσα»».


Στην επόμενη αποστροφή είναι σχεδόν θυμωμένος. «Δεν έχω λαδώσει ποτέ κανέναν και άμα δεν μου κόψεις απόδειξη μπορεί να σε καταγγείλω. Πληρώνω όλους τους φόρους που μου αναλογούν. Τι κέρδισα; Οτι δεν έχω ανάγκη κανέναν. Από την άλλη πλευρά σήμερα έχω φτάσει το 70% του τζίρου μου να πηγαίνει στο κράτος. Αντί να επιβραβεύουν μια καλή επιχείρηση, την τιμωρούν βάζοντάς την να πληρώνει περισσότερο».


Χρειάζονται έσοδα, αντιτείνω. «Μα μπορούν να πιάσουν τους άλλους που δεν πληρώνουν, δεν απαιτείται και μεγάλη προσπάθεια. Απλή λογική είναι. Πώς ο Τσέλεπος βγάζει τόσα και οι άλλοι δεν βγάζουν τίποτα; Σύμφωνα με τα στατιστικά του υπουργείου Οικονομικών εγώ είμαι ανάμεσα στους 100 πιο πλούσιους Ελληνες», λέει ανασηκώνοντας τους ώμους με απορία.


Παρά τα νεύρα πάντως, η ένταση της φωνής του δεν έχει ανέβει καθόλου. Σαν να διατηρεί μια απόσταση από όσα συμβαίνουν.


Ο σερβιτόρος που ανοίγει το κρασί με «οικιακό» ανοιχτήρι τραβάει την προσοχή του.


«Θα σας φέρω εγώ ένα καλό ανοιχτήρι» προτείνει. «Μα αυτό χρησιμοποιούν στην τηλεόραση» απαντά ευγενέστατα ο κύριος που μας σερβίρει. Ο οινοποιός καταθέτει τα όπλα και σαν γνήσιος καλοφαγάς «καταφεύγει» στο πιάτο με τα χόρτα που έχει φτάσει στο τραπέζι μας. «Τρελαίνομαι για τα χόρτα» παραδέχεται.


Επισημαίνω ότι διατηρεί την ψυχραιμία του. «Στη ζωή συμβαίνουν πολλά σοβαρά πράγματα. Παλιά ήμουν πολύ ανυπόμονος, με τον καιρό έμαθα να έχω υπομονή», μου απαντά.


Να σταθεροποιηθούμε


Ως επιχειρηματίας τι θα ευχόταν; Δεν διστάζει ούτε στιγμή. «Να σταθεροποιηθεί η κατάσταση, να ξέρουμε τι μας γίνεται, γιατί είναι και άλλοι που εξαρτώνται από εμάς. Εχουμε εργαζόμενους που είναι μαζί μας 20 χρόνια». Και συμπληρώνει. ..«Είμαι από τη φύση μου αισιόδοξος, πιστεύω ότι στο τέλος κάτι καλό θα βγει».


Φαντάζομαι ότι δύσκολα το βλέπει έτσι αυτός που έχει χάσει τη δουλειά του και δεν μπορεί να βρει άλλη... «Ναι, έχετε δίκιο, αλλά πιστεύω ότι άμα κινείσαι υπάρχουν λύσεις. Μπορείς, για παράδειγμα, να αποφασίσεις να φύγεις από την Αθήνα. Μετά το 1992 δεν μπορούσαμε να βρούμε Ελληνες για τα κτήματα. Τώρα ξαναγυρνάνε και μας ζητάνε δουλειά».


«Δεν είναι όμως αλήθεια ότι οι Ελληνες είναι τεμπέληδες και φυγόπονοι, όπως παρουσιάζονται», επισημαίνω.


«Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούν να συνεργαστούν, να δουλέψουν ομαδικά. Στην Ελλάδα δεν σέβεται ο ένας τον άλλο. Από την άλλη όμως πιστεύω ότι οι Ελληνες είναι εφευρετικοί και ξέρουν να προσαρμόζονται. Γι' αυτό θα βρουν τον τρόπο».


Ο ίδιος έχει κάνει ό,τι μπορεί για να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. «Οταν κάποιος έβγαζε ένα σωρό λεφτά από το χρηματιστήριο έπαιρνε τον «Κοκκινόμυλο» μόνο και μόνο γιατί ήταν ακριβό κρασί. Αλλά αυτός δεν ήταν ποτέ πελάτης μας. Ο πελάτης μας είναι ένας άνθρωπος μεσαίου εισοδήματος που του αρέσει το καλό κρασί, αλλά αυτή τη στιγμή ζορίζεται. Αυτός θέλω να πιει το κρασί μου γι' αυτό έριξα τις τιμές».


Oι σταθμοί του


1955


Γεννιέται στην Κύπρο.


1974


Παίρνει μέρος στον πόλεμο, με την εισβολή των Τούρκων.


1975


Φεύγει για σπουδές οινολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ντιζόν.


1981


Επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στην Αρκαδία.


1989


Ξεκινά τις πρώτες φυτεύσεις αμπελιών. Ιδρύει την εταιρεία «Κτήμα Τσέλεπου».


1997


Δημιουργία του Amalia Brut, αφρώδους κρασιού που φτιάχνεται με την παραδοσιακή μέθοδο.


2003


Βγαίνει το «Κτήμα Δρυόπη», κρασί Αγιωργίτικο από αμπελώνες στη Νεμέα.


Η συνάντηση


Φάγαμε στην Κληματαριά του Πιτερού, την πιο παλιά ταβέρνα της Τρίπολης. Στην αρχή ντολμάδες και χόρτα και στη συνέχεια ο κ. Γιάννης Τσέλεπος γαλοπούλα με πιπεριές και εγώ αρνάκι στην κατσαρόλα. Τα φαγητά ήταν πολύ νόστιμα. Ηπιαμε, ωστόσο, κρασί Τσέλεπου το Blanc de Gris, μοσχοφίλερο που ο οινοποιός έφερε να δοκιμάσουμε. Πληρώσαμε, ή καλύτερα πλήρωσε εφόσον στάθηκε αδύνατον να τον μεταπείσω, 36,50 ευρώ.