Ψωνίζοντας τις γιορτινές μπύρεςΑπό τον Ν. Ραδίση

Έχουν περάσει τα χρόνια που μαζί με τους δικούς μου κυκλοφορούσαμε στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας για ψώνια, φωτογραφίες με τους Άγιους Βασίληδες κρατώντας γλυκίσματα για να μην γκρινιάζω. Βλέπετε στην παιδική αθωότητα του μυαλού μου τότε, το μόνο που στριφογύριζε ήταν πότε θα πάρω τα δώρα, αν θα φάμε και να γυρίσουμε νωρίς σπίτι. Δεν ξέρω πως ερμηνεύεται αυτό ψυχολογικά, αλλά το τελευταίο εξάμηνο επαναλαμβάνω πολλές απ’ τις συνήθειες που είχα ως παιδί, μόνος μου ή με καλή παρέα. Βλέπετε είχα ωριμάσει και εγώ και δεν επιτρεπόταν να συμπεριφέρομαι σαν παιδάκι, κατά την τότε άποψη μου.

Η βόλτα ξεκίνησε αυτή τη φορά, όπως τότε για να ψωνίσουμε και στολίσουμε το γιορτινό τραπέζι. Σταματούσα ιδιαίτερα σε κάθε σημείο που εμπορευόταν αλκοόλ και φαγητό. Ρωτούσα για συνταγές που θα ταίριαζαν με μπύρα στα ζαχαροπλαστεία και στα χασάπικα. Καθώς χαζεύαμε τα σοκολατένια κέικ, τα μπισκότα σοκολάτας με γέμιση πορτοκαλιού στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων καθώς και των εορταστικών μενού των εστιατορίων, όπου κυριαρχούσε το χοιρινό στο φούρνο με μπύρα, πατάτες και σος και η παραδοσιακή γαλοπούλα, άρχισα όπως και τότε, να βαριέμαι την βόλτα, να κουράζομαι, ίσως και να πεινάω.
Είχε έρθει η ώρα να γυρίσουμε σπίτι.