Έκρηξη αρωμάτων στα ποτήρια μας!

Από τον Θ. Λέλεκα 

Πριν από κάμποσα χρόνια, όταν ο παγκόσμιος οινικός χάρτης ξαναγραφόταν προκειμένου να συμπεριλάβει και άλλες χώρες εκτός της Γαλλίας, τα πράγματα ήταν αρκετά πιο απλά απ΄ότι σήμερα. Κι αυτό γιατί, εκείνα τα χρόνια, οινοποιοί και έμποροι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ακολουθήσουν την πεπατημένη.

Έτσι, ανεξάρτητα από τη χώρα ή την αγορά στην οποία δραστηριοποιούνταν κανείς, σε επίπεδο ποικιλιών η γκάμα ήταν πολύ περιορισμένη, και απαρτιζόταν κατά βάση από τις βασικές Γαλλικές ποικιλίες: το Cabernet Sauvignon, το Merlot, το Syrah και το Pinot Noir για τα ερυθρά, και το Chardonnay, το Sauvignon Blancκαι το Riesling για τα λευκά. Βλέπετε η πολυπόθητη διεθνής αγορά μόνο με αυτές τις ποικιλίες ήταν εξοικειωμένη, ενώ οι ντόπιες ποικιλίες κάθε περιοχής δεν είχαν δοκιμαστεί στο χρόνο, και τα χαρακτηριστικά τους ήταν γνωστά μόνο μέσα από τις διηγήσεις των παλαιότερων.

Η αγορά αυτή, ωστόσο, κάποια στιγμή άρχισε να κουράζεται. Η επιλογή κρασιού άρχισε να γίνεται αρκετά μονοδιάστατη όταν η διαθέσιμη γκάμα στα μαγαζιά περιελάμβανε χίλιες-δυό ερυθρές ετικέτες μόνο από Cabernet Sauvignon ή Merlot (από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αμερική, τη Χιλή) ή Merlot και λευκά κυρίως από Chardonnay ή Sauvignon Blanc (από τη Γαλλία, την Ισπανία, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία). Δεν άργησαν μάλιστα να δημιουργούνται και κινήσεις όπως το Club ABC (Anything But Chardonnay – οτιδήποτε εκτός από Chardonnay) που, είτε σοβαρά, είτε με χιούμορ κατεδείκνυαν την ανάγκη για μια αλλαγή στο οινικό σκηνικό.

Κάπου εκεί ήρθε η σειρά των γηγενών ποικιλιών να βγουν στο προσκήνιο και να λάμψουν. Οι οινοποιοί που, είτε λόγω παράδοσης και εντοπιότητας, είτε λόγω προσωπικής «τρέλλας» τις είχαν πιστέψει και είχαν αρχίσει να τις «δουλεύουν», βγήκαν μπροστά και άρχισαν να διοχετεύουν στην αγορά κρασιά από ποικιλίες ελάχιστα γνωστές, που συχνά είχαν ονόματα που λίγοι μπορούσαν να προφέρουν σωστά. Βέβαια ο αγώνας για αποδοχή και επικράτηση ήταν σκληρός. Μπορεί η ανάγκη για το καινούριο να ήταν εμφανής, η οικειότητα προς το παλιό όμως και η επιφυλακτικότητα προς το άγνωστο εξακολουθούσε να υπάρχει. Ωστόσο, η αγορά ήταν ξεκάθαρη: ήθελε καινούριες γεύσεις, πιο εξωτικές, πιο διαφοροποιημένες, και ιδανικά αυτές που εκφράζουν τα μοναδικά χαρακτηριστικά της περιοχής και του terroir από το οποίο προέρχονται.

Σήμερα λοιπόν τα πράγματα είναι απόλυτα ξεκάθαρα. Όσες χώρες έχουν γηγενείς ποικιλίες, όχι μόνο τις «βγάζουν» στην πρώτη γραμμή, αλλά συστηματικά δρομολογούν τη διαδοχή τους από άλλες, πιο άγνωστες και συχνά πιο ενδιαφέρουσες. Ακόμα όμως κι εκείνες που δεν έχουν – εκ των πραγμάτων – δικές τους ποικιλίες, «υιοθετούν» κάποιες ξένες για να τις παρουσιάσουν μέσα από την ιδιόμορφη έκφρασή τους σε ένα διαφορετικό terroir.

Έτσι λοιπόν η Ελλάδα έχει αποφασίσει ότι η αιχμή του δόρατος σε κάθε της προσπάθεια στην εγχώρια αλλά και στις διεθνείς αγορές θα είναι το Ξινόμαυρο, το Αγιωργίτικο, το Ασύρτικο και το Μοσχοφίλερο. Ωστόσο στη γωνία περιμένουν να αναδειχθούν και νέες ποικιλίες με μεγάλο ενδιαφέρον όπως η Μαλαγουζιά, το Αθήρι, η Ρομπόλα, καθώς και το Μαυροτράγανο και το Λημνιό.

Η γειτονική μας Ιταλία έχει προ πολλού καταλάβει την αξία των ποικιλιών της. Έτσι με κάθε ευκαιρία προωθεί τις γηγενείς ερυθρές της ποικιλίες όπως το πικάντικο Sangiovese τ