Από τον Γ. Μιχαήλο



Αν θα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στον κινηματογράφο, μάλλον θα ήταν αντίστοιχος του Bruce Willis, στην ταινία ‘Πολύ σκληρός για να πεθάνει’. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να περιγράψει κανείς τον ‘μαχητικό’ χαρακτήρα του Chardonnay, η δημοτικότητα του οποίου καταφέρνει και παραμένει εδώ και πολλά χρόνια στα ύψη, παρά τα κατά καιρούς ‘πισώπλατα μαχαιρώματα’.

Είναι βέβαια σχεδόν φυσική εξέλιξη η ανεβασμένη δημοτικότητα να δημιουργεί ‘έχθρες’. Μην απορήσετε λοιπόν αν ακούσετε από τους λιγότερο φανατικούς φίλους της ποικιλίας, την έκφραση ότι το Chardonnay αποτελεί την ‘πόρνη’ των οινοποιών. Αυτό έχει να κάνει αφενός με το γεγονός ότι το ευρύ στυλ των κρασιών που η συγκεκριμένη ποικιλία δίνει, ‘πλάθεται’ σε μεγάλο ποσοστό στο οινοποιείο με την εφαρμογή πληθώρας οινοποιητικών τεχνικών και αφετέρου με την ευκολία με την οποία το συγκεκριμένο σταφύλι προσαρμόζεται σε διαφορετικά κλίματα και τύπους εδαφών. Μία προσαρμοστικότητα η οποία μάλιστα συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό και στην παγκόσμια εξάπλωση και ‘κυριαρχία’ του έναντι άλλων λευκών ποικιλιών. Επίσης εδώ και αρκετά χρόνια υπάρχει μία τάση ενάντια στην ποικιλία, γνωστή με το ακρωνύμιο ABC (Anything But Chardonnay), η οποία προτρέπει τόσο παραγωγούς όσο και καταναλωτές, να δείξουν αυξανόμενο ενδιαφέρον για λιγότερο γνωστές ποικιλίες, πέρα από το πολυφυτεμένο σταφύλι. Όσο δε για τους πιο ‘ψαγμένους’ οινόφιλους, θεωρώ ότι παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζουν για παράδειγμα μία λευκή Βουργουνδία (100% Chardonnay) ως ένα σπουδαίο κρασί, από εκεί και πέρα μάλλον δεν διαθέτουν ιδιαίτερο από τον χρόνο τους για να ασχοληθούν περαιτέρω με τις διαφορετικές ανά τον κόσμο εκφράσεις που μπορεί το Chardonnay να δώσει. Και για να μην βγάζω την ουρά μου απέξω, στις εβδομαδιαίες προτάσεις της αρχικής σελίδας του House of Wine, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, παρακινούσα τον κόσμο να αφήσει στην άκρη τα Chardonnay και να ‘εξερευνήσει’ εναλλακτικές επιλογές, όπως το Βιδιανό του Λυραράκη.

Παρόλα αυτά η επικράτηση της ποικιλίας είναι σχεδόν καθολική τουλάχιστον σε επίπεδο μέσου καταναλωτή και αυτό γίνεται άμεσα αντιληπτό, αν συνειδητοποιήσουμε το γεγονός ότι υπάρχει κόσμος που όταν παραγγέλνει Chardonnay δεν αντιλαμβάνεται καν ότι πρόκειται για μία ποικιλία, αλλά νομίζει ότι παραγγέλνει ένα brand. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι η δεύτερη πιο πολυφυτεμένη λευκή ποικιλία παγκοσμίως, αποτελεί ένα από τα πλέον οικεία ονόματα στο λεξιλόγιο του κρασιού. Ήταν όμως πάντα έτσι τα πράγματα; Θα έλεγα πως όχι, ειδικά αν κάποιος αναλογιστεί την περιοχή από την οποία το σταφύλι προέρχεται, που δεν είναι άλλη από την Βουργουνδία. Στην Βουργουνδία όπως και σε άλλες περιοχές του Παλαιού Κόσμου, το όνομα της ποικιλίας δεν αναγραφόταν στην ετικέτα και το βάρος δινόταν στην περιοχή προέλευσης. Ο κόσμος λοιπόν ναι μεν έπινε μία λευκή Βουργουνδία, αλλά το όνομα του σταφυλιού από την οποία αυτό το κρασί φτιαχνόταν δεν ήταν ευρύτερα γνωστό, πέρα από τους παραγωγούς. Ήταν η έλευση των λεγόμενων ποικιλιακών ετικετών (ετικέτες που βασίζονται στο όνομα της ποικιλίας σταφυλιού) από τις χώρες του Νέου Κόσμου, όπως η Αυστραλία, που οδήγησαν τελικά σε αυτή την παγκόσμια αναγνώριση. Και μάλλον είναι τόσο η Αυστραλία όσο και η Καλιφόρνια υπεύθυνες για το γεγονός ότι το Chardonnay αποτελεί ένα brand στο μυαλό του καταναλωτή που παραπέμπει έντονα σε δρύινα και βουτυράτα αρώματα. Η παρατεταμένη χρήση βαρελιού, ο χαρακτήρας ώριμου τροπικού φρούτου, βανίλιας, χαμηλής οξύτητας και λιπαρότητας των Chardonnay από το Νέο Κόσμο, αποτελεί ένα στερεότυπο το οποίο οδήγησε σε μία ασαφή και όχι ιδιαίτερα premium εικόνα για την ποικιλία. Ίσως η πιο αστεία ατάκα που έχω διαβάσει για ένα κρασί αφορούσε ένα Καλιφορνέζικο Chardonnay για το βαρέλι του οποίου κάποιος ανέφερε ότι: ‘Το να φτιάχνει κάποιος οινοποιός κρασί με τόσο έντονο βαρέλι αποτελεί αναμφισβήτητα περιβαλλοντολογικό έγκλημα’…

Μίλησα όμως για στερεότυπα και αν πράγματι αυτή η νόρμα ίσχυε μερικά χρόνια πριν, πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει. Υπάρχει λοιπόν μια ξεκάθαρη τάση στην Αυστραλία, αλλά και σε άλλες χώρες του Νέου Κόσμου προς ένα στυλ κρασιού το οποίο είναι πιο εκλεπτυσμένο, αυστηρό και σαφέστατα με πολύ λιγότερη χρήση δρυός και χαμηλότερο αλκοόλ. Πως έγινε αυτό; Πολύ απλά οι οινοποιοί στράφηκαν σε πιο ψυχρές περιοχές, όπως η Τασμανία, το Beechworth ή η σχεδόν αλπική με υψηλό υψόμετρο περιοχή Orange αν μιλάμε για την Αυστραλία. Επίσης στο οινοποιείο άλλαξαν οι οινοποιητικές πρακτικές. Για παράδειγμα η σχεδόν απαραίτητη πριν μερικά χρόνια μηλογαλακτική ζύμωση (δευτερογενής ζύμωση που μετατρέπει το μηλικό οξύ στο περισσότερο ήπιο γαλακτικό οξύ) στα Νεοκοσμίτικα κρασιά δεν εφαρμόζεται πλέον στον ίδιο βαθμό, ενώ εμφανίστηκαν και πολλές εκδοχές κρασιών που δεν είδαν ποτέ στη ζωή τους τι σημαίνει βαρέλι.

Είναι για μένα αυτή η μοναδική προσαρμοστικότητα του Chardonnay και το γεγονός ότι αποτελεί ένα εύκολο εργαλείο στα χέρια του οινοποιού ο σπουδαιότερος λόγος για τον οποίο επικρίνεται, αλλά ταυτόχρονα και το σπουδαιότερο πλεονέκτημα του. Ουσιαστικά το σταφύλι αποτελεί ένα λευκό καμβά στα χέρια των παραγωγών. Χωρίς να διαθέτει έναν έντονο ποικιλιακό χαρακτήρα όπως ας πούμε το Sauvignon Blanc, διαθέτει από την άλλη ένα χαμαιλεοντικό χαρακτήρα και τη δυνατότητα να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της εποχής. Όλες οι διεθνείς ποικιλίες ανάμεσα τους και το Chardonnay, αποτελούν έρμαια της μόδας. Τα στυλ εξελίσσονται και η μόδα αλλάζει από εποχή σε εποχή. Και αν για παράδειγμα κάποια εποχή το πρότυπο ομορφιάς ήταν οι παχουλές με μεγάλη περιφέρεια γυναίκες, σήμερα τα μοντέλα έχουν απίστευτες αναλογίες και αθλητικά σώματα. Κανείς δεν μπορεί να μου πει ότι αυτό είναι κάτι το οποίο δεν θα αλλάξει ξανά στο μέλλον προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση, οδηγώντας έτσι τις γυναίκες είτε σε εξαντλητικές δίαιτες ή στην χωρίς τύψεις αλόγιστη κατανάλωση θερμίδων ή ακόμα και στην παράνοια! Το θετικό με το Chardonnay είναι ότι μπορεί να προσαρμοστεί στις εκάστοτε απαιτήσεις πιο εύκολα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να κάνει ο παραγωγός fine-tuning και να προσαρμόζει τους μοχλούς προς την κατεύθυνση που κάθε φορά η αγορά ζητάει. Θέλει κομψά, φινετσάτα, υψηλής καθαρότητας κρασιά με χαμηλό αλκοόλ και υψηλή οξύτητα; Τότε ο μοχλός θα προσαρμόζεται προς την κατεύθυνση του στυλ των περίφημων Chablis, με τις πιο ψυχρές οινοπαραγωγές περιοχές του πλανήτη να ευνοούνται. Θέλει τόνους από βαρέλι, τροπικά αρώματα με χαμηλές οξύτητες και γλύκα από το αλκοόλ, τότε ο μοχλός θα γέρνει προς την πλευρά των Καλιφορνέζικων και Αυστραλέζικων Chardonnay που κυριάρχησαν στην αγορά τη δεκαετία του 80 από θερμότερα κλίματα.

Και εντωμεταξύ βέβαια ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα υπάρχουν όλες οι ενδιάμεσες διαθέσιμες επιλογές. Είναι λάθος λοιπόν να θεωρώ ότι δύσκολα θα βγει ποτέ από τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαθέτει;

Γρηγόρης Μιχαήλος AIWS
(Associate Member in the Institute of Wines & Spirits)
Wine Educator & Consultant