The next big things Από τον Γ. Μιχαήλο


Οι επαγγελματίες του κρασιού πρέπει να πηγαίνουν στο κρασί και όχι το κρασί να έρχεται σε αυτούς, έλεγε χτες σε μία εσωτερική μας συνάντηση ο Νίκος Λουκάκης και φυσικά δεν θα μπορούσα παρά να συμφωνήσω απόλυτα μαζί του. Από οποιαδήποτε θέση και να ‘υπηρετεί’ κάποιος το κρασί, είναι ανάμεσα στις βασικές του υποχρεώσεις να συμμετέχει σε εκθέσεις εντός και εκτός Ελλάδας, να επισκέπτεται οινοποιεία, να συμμετέχει σε συνέδρια και ημερίδες που λαμβάνουν χώρα, έτσι ώστε να είναι απόλυτα ενημερωμένος για το οτιδήποτε καινούριο κυκλοφορεί αλλά και για τις καινούριες τάσεις που επικρατούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Μήπως σας είπε κάποιος ότι η μόδα είναι κάτι που δεν αφορά το κρασί;

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής βέβαια γράφοντας από τη θέση του συμβούλου οίνου του House of Wine, δεν είναι και λίγες οι φορές που το κρασί έρχεται και με βρίσκει στη βάση μου. Αυτή τη στιγμή στον συντηρητή μου βρίσκονται πάνω από δεκαπέντε φιάλες- δείγματα οι οποίες περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους για να δοκιμαστούν. Ήδη από τις αρχές του Σεπτέμβρη βέβαια, τουλάχιστον άλλες τόσες έχουν περάσει το ‘τεστ’, με αυτές που πραγματικά μου κίνησαν το ενδιαφέρον, να μπορείτε να τις βρείτε άμεσα ή έστω σε λίγες μέρες στην κατηγορία των Νέων Προϊόντων της ιστοσελίδας του House of Wine. Μην νομίζετε… It’s a tough job.

Κάποια κρασιά λοιπόν που δοκιμάζω τα βρίσκω ποιοτικά κατώτερα των standards που έχουμε θέσει ως κάβα, ενώ σε κάποια άλλα βρίσκω ενδιαφέρον, το οποίο πολλές φορές έχει να κάνει με την εμπορική τους αξία. Το value for money είναι μία ιστορία η οποία πάντα είχε σημασία για μένα, αλλά τα πράγματα ‘χειροτέρεψαν’ ακόμα περισσότερο από τότε που κλήθηκα να αποφασίζω για το House of Wine. Τέλος υπάρχουν και κάποια κρασιά κάθε φορά, τα οποία καταφέρνουν και μου παίρνουν τα μυαλά. Αν αναλογιστεί κανείς ότι πάνω από 300 γηγενείς ποικιλίες καλλιεργούνται στη χώρα μας, μαζί φυσικά με εξαιρετικές οινοποιήσεις από πασίγνωστες διεθνείς ποικιλίες όπως για παράδειγμα Chardonnay ή Cabernet Sauvignon, δεν είναι και λίγες οι επαφές που έχω με συγκλονιστικά κρασιά.

Ανάμεσα σε όλα αυτά τα κρασιά λοιπόν υπάρχουν δύο Ελληνικές ποικιλίες μία λευκή και μία κόκκινη, τις οποίες έχω ερωτευθεί το τελευταίο χρονικό διάστημα. Δεν είναι άλλες από το λευκό Βιδιανό της Κρήτης και την μαύρη Λημνιώνα από την Θεσσαλία. Τόσο το Βιδιανό όσο και η Λημνιώνα είναι σταφύλια τα οποία θεωρώ ότι θα μας απασχολήσουν πάρα πολύ στο μέλλον και είναι αυτό που θα λέγαμε τα ανερχόμενα αστέρια μιας ήδη πολύ σπουδαίας ποδοσφαιρικής ομάδας. Μία ομάδα η οποία καταφέρνει να ανανεώνεται συνεχώς με καινούριους, ταλαντούχους, παίχτες.

Ψάχνω να βρω μία λέξη για να χαρακτηρίσω την Λημνιώνα, μία ποικιλία η οποία μέχρι πρόσφατα ήταν υπό εξαφάνιση, τοποθετώντας την σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο. Θα έλεγα ότι είναι μία σύγχρονη ποικιλία. Σε μία εποχή κορεσμένη από τα κρασιά που εγώ χαρακτηρίζω ως ‘μοσχάρια’, δηλαδή super συμπυκνωμένα, με 200% καινούριο βαρέλι (ναι και όμως γίνεται) και 15% αλκοόλ, η Λημνιώνα εντυπωσιάζει με την κομψότητα του χαρακτήρα της. Ως ποικιλία διαθέτει έντονο και ζωηρό χρώμα σε συνδυασμό με μία εκφραστική μύτη με αρώματα κόκκινων φρούτων όπως άγριο κεράσι, ή φράουλα και αρκετές νύξεις πιπεράτων μπαχαρικών. Στο στόμα οι τανίνες είναι σε αφθονία αλλά δεν είναι άγριες ή στυπτικές, ενώ διαθέτει μία υπέρκομψη σιλουέτα, δηλαδή ένα σώμα μεσαίου όγκου που ποτέ δεν κουράζει ή μπουχτίζει. Νομίζω ότι αρκετοί από τους Αμερικάνους sommelier που έχουν ήδη ανακαλύψει το κρασί, είναι απόλυτα ευτυχισμένοι με την φιλικότητα ενός τέτοιου κρασιού απέναντι στο φαγητό. Καλά τα ‘μοσχάρια’ (μιλάω για το κρασιά ‘μοσχάρια’) αλλά τι φαγητό μπορείς να βάλεις δίπλα τους, χωρίς να το ισοπεδώσουν;

Το Βιδιανό είναι επίσης μία ποικιλία η οποία καταφέρνει και με συναρπάζει κάθε φορά που τη συναντάω. Αφορμή στάθηκε αυτή τη φορά ο Δάφνιος του Δουλουφάκη, ένα κρασί που ήρθε προς δοκιμή πρόσφατα στο House και θυμήθηκα πόσο πολύ με είχε ενθουσιάσει, κατά την επίσκεψη μου στην Κρήτη το καλοκαίρι. Φυσικά πέρασαν αυτόματα σαν flash back από το μυαλό μου, ο Ιππόδρομος του Λυραράκη, το Βιδιανό της Silva-Δασκαλάκη, το Βιδιανό του Αλεξάκη ή του Ζαχαρία Διαμαντάκη και αρκετά ακόμα παραδείγματα τα οποία με εξέπληξαν το καλοκαίρι. Έχουμε να κάνουμε με μία ποικιλία-κρυμμένο θησαυρό-του αμπελώνα της Κρήτης, με ένα ώριμο πυρηνόκαρπο και σε ορισμένες περιπτώσεις τροπικό φρούτο στη μύτη, το οποίο συνοδεύεται θαυμάσια από βοτανικές νύξεις και πολύ όμορφα αρώματα που εξελίσσονται σε χαμομήλι, φύλλα τσαγιού και κάποιες ορυκτές νύξεις. Υστερεί λίγο σε οξύτητα, σε σχέση με ένα Ασύρτικο αλλά πιθανόν αυτό να αποτελεί και πλεονέκτημα για όσους δεν θέλουν το κρασί τους να είναι ιδιαίτερα ‘κοφτερό’. Το βαρέλι του πάει προσθέτοντας ‘πάχος’ και λιπαρότητα, αλλά η δική μου προσωπική προτίμηση είναι να μην έχει βαρέλι αφού η ποικιλία διαθέτει έτσι και αλλιώς έντονη προσωπικότητα.

Το θέμα δεν έχει κλείσει… Και οι δύο ποικιλίες έχουν μπει κάτω από το μικροσκόπιο μας και παρακολουθούνται στενά. Θα επανέλθω πολύ σύντομα τόσο για τη Λημνιώνα όσο και για το Βιδιανό και εντός των ημερών θα δείτε και άλλες προτάσεις στο House of Wine από τις συγκεκριμένες ποικιλίες… Στο ερώτημα που έθεσε προ ημερών ο Τάσος Πικούνης αν μπορούν να έχουν θέση οι μικροί παραγωγοί στο τραπέζι μας, θα έλεγα ότι σίγουρα θα πρέπει να έχουν θέση οι νέες (στην πραγματικότητα όχι και τόσο) ανερχόμενες ποικιλίες του Ελληνικού αμπελώνα. Και αν λάβουμε υπόψη ότι αρκετοί νέοι μικροί παραγωγοί ασχολούνται ακούραστα με την αναβίωση τους τότε είμαι σίγουρος ότι έχει την δική μου απάντηση στο ερώτημα του.

Καλή εβδομάδα σε όλους.



Γρηγόρης Μιχαήλος
Γρηγόρης Μιχαήλος AIWS
(Associate Member in the Institute of Wines & Spirits)
Wine Educator & Consultant