Από τον Κ. Κοντογιώργη


Από μικρός αγαπούσα πολύ αυτούς οι οποίοι ήταν παρεξηγημένοι. Αυτούς για τους οποίους είχε ο κόσμος μια συγκεκριμένη ιδέα, ενώ εκείνοι ήταν κάτι διαφορετικό, το διαφορετικό όμως, όχι προς το χειρότερο, αλλά προς το πολύ καλύτερο. Αυτούς για τους οποίους ακούς διάφορα, όχι κολακευτικά, όταν όμως τους γνωρίσεις, αλλάζεις γνώμη. Αυτούς για τους οποίους με την πρώτη ματιά λες άλλα, αλλά με μια δεύτερη πιο προσεκτική, αναθεωρείς την άποψή σου. Σήμερα λοιπόν μιλάμε για ένα από τα πιό παρεξηγημένα αποστακτήρια της Σκωτίας.

Bunnahabhain

Καταρχάς, να ξέρουμε πως λέγεται αυτό για το οποίο θα μιλήσουμε. Το κανονικό όνομα του αποστακτηρίου λοιπόν, είναι Μπουνναχάβ(ε)ν, ή Μπουνναχάβν, με το έψιλον να κινείται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, δηλαδή, προφέρεται και δεν προφέρεται. Βεβαίως, τα 24 και πλέον χρόνια που ασχολούμαι με το whisky, ερασιτεχνικά και επαγγελματικά, έχω ακούσει από διάφορους, υποτίθεται γνώστες, πολλές και διάφορες εκδοχές του ονόματος, η μοναδική σωστή όμως είναι αυτή που προανέφερα. Επίσης, το όνομα σημαίνει Το στόμα του ποταμού, στα Γαέλικα, την παλιά Κέλτικη διάλεκτο. Μπουνναχάβεν λοιπόν, ή Μπουνναχάβν, διαλέξτε και πάρτε, οτιδήποτε άλλο είναι λάθος. Ήρθε η ώρα να πούμε

Λίγα λόγια για την ιστορία, όπως πάντα.

Η ιστορία του αποστακτηρίου ξεκινάει το 1881.Το Bunnahabhain κτίστηκε από τον William Robertson και τους αδελφούς William και James Greenlees. Η επιλογή για την τοποθεσία έγινε με βάση δυο κριτήρια. Πρώτον, το να χτιστεί δίπλα στην ακτή έδινε εύκολη προσβασιμότητα στην ηπειρωτική χώρα και άρα μπορούσε να ταξιδέψει σε αγορά μεγαλύτερη από αυτήν του Islay, ξέχασα να αναφέρω οτι εκεί βρίσκεται. Δεύτερον, η συγκεκριμένη τοποθεσία, είναι εκτός από δίπλα στη θάλασσα, δίπλα επίσης και από τον ποταμό Margadale, κάτι που σημαίνει, οτι θα υπήρχε απεριόριστη διαθεσιμότητα στο απαραίτητο νερό για την διαδικασία της παρασκευής whisky. Το Bunna έχει αλλάξει λίγες φορές χέρια, σε σχέση με άλλα αποστακτήρια, με πιό αναγνωρίσιμους ιδιοκτήτες, την εταιρία Highland Distillers, μέχρι το 1999, την εταιρία Edrington, μέχρι το 2003 και πλέον είναι υπό την ιδιοκτησία της εταιρίας Burn Stewart Distilleries.

Λίγα ακόμη λόγια

Επανέρχομαι στα λόγια με τα οποία ξεκίνησα το σημερινό άρθρο, για να εξηγήσω για ποιό λόγο χρησιμοποίησα την έννοια παρεξηγημένο για να περιγράψω το Bunnahabhain.Το νερό που χρησιμοποιεί το αποστακτήριο προέρχεται όπως είπαμε από τον ποταμό Margadale και δεν είναι πλούσιο σε φαινόλες. Αν σε αυτό προσθέσουμε και το γεγονός οτι η βύνη που χρησιμοποιείται, δεν είναι τυρφώδης, αλλά πολύ ελαφρώς καπνισμένη, τότε καταλήγουμε σε ένα malt τελείως διαφορετικό από τα περισσότερα στο Islay. Οι περισσότεροι καταναλωτές που προτιμούν καπνιστά whisky, το υποτιμούν και το θεωρούν δεύτερης κατηγορίας, κάτι τέτοιο όμως, δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Εξάλλου, ήταν συνειδητή η επιλογή των διοικούντων, το 1963, όταν αποφάσισαν να σταματήσουν τη χρήση τύρφης, δίνοντας ένα εναλλακτικό malt από το Islay. Aν υποθέσουμε οτι έχουν δίκιο αυτοί που το θεωρούν δεύτερης ποιότητας, τότε δεν θα πίναμε τίποτα άλλο εκτός από τα βαριά καπνιστά, ενώ μάλλον τα μεγαλειώδη Balvenie και GlenDronach θα πήγαιναν για πέταμα. Ο παλιός διευθυντής του αποστακτηρίου Hamish Proctor έκανε μια παρομοίωση. Το Bowmore είναι καπνιστός μπακαλιάρος, τα Ardbeg και Laphroaig είναι παστοί μπακαλιάροι, ενώ το Bunna είναι φρέσκος λαχταριστός μπακαλιάρος. Άρα, αν σου αρέσει ο μπακαλιάρος, δηλαδή το malt whisky, δεν μπορεί παρά να σου αρέσει και ο φρέσκος. Άλλωστε, το οτι δεν θα έπρεπε να ανήκει στο Islay, αλλά στο Speyside, όπως λένε ορισμένοι, ανήκει στη σφαίρα της υπερβολής, αφού αν το βάλεις δίπλα σε ένα Macallan ή ένα Glenfiddich καταλαβαίνεις αμέσως τη διαφορά.

Κατά τα άλλα, το Bunna είναι ένα από τα ελάχιστα, μαζί με τα Bowmore και GlenDronach, που μπορούν να προσφέρουν και διαμονή στους επισκέπτες του, ενώ τα κτίρια και οι εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ξενώνων, είναι χτισμένα από τοπική πέτρα. Το αποστακτήριο χρησιμοποιεί 4 ξύλινες δεξαμενές ζύμωσης από Oregon pine και επίσης 4 μεγάλους αποστακτήρες σε σχήμα κρεμμυδιού. Η ετήσια παραγωγή ανέρχεται στα 2.500.000 λίτρα, ενώ τα βαρέλια που χρησιμοποιούνται για την παλαίωση είναι πρώην βαρέλια bourbon, χωρίς όμως να λείπουν και αυτά του sherry, αναλόγως για ποιά ετικέτα μιλάμε.

Επανέρχομαι για λίγο στο θέμα της ποιότητας και εκφράζω την εξής απορία. Αν ήταν έτσι, όπως πολλοί, γνώστες και μη, το περιγράφουν, τότε πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το εκπληκτικό Cutty Sark 25 ετών είναι τέτοιας ποιότητας whisky, έχοντας σαν βασικό malt που χρησιμοποιείται στο blend, το Bunnahabhain. Οι ετικέτες που τρέχει αυτή τη στιγμή το αποστακτήριο είναι πάρα πολλές, με κυριότερες το απίθανο ταξιδιάρικο Bunna 12 ετών και από κοντά το επίσης εκπληκτικό δεκαοκτάρι, με παλαίωση σε sherry cask, ενώ μετά ανεβαίνουμε σε 25, 30, 40 ετών και πολλές ειδικές εκδόσεις.

Bunnahabhain λοιπόν, το malt whisky με τον ναυτικό στο τιμόνι για σήμα κατατεθέν, να τραγουδάει την παλιά σκωτσέζικη μπαλάντα Westering home.

Ένα malt ποιότητας, δοκιμάστε οπωσδήποτε.

Στην υγειά σας.


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Είναι μόνιμος συνεργάτης του Whisky Magazine τα τελευταία χρόνια, και έχει επίσης μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.