Από τον Κ. Κοντογιώργη


Αυτή την εβδομάδα ήπια πολύ ωραία ποτά, όπως το ίδιο έγινε και την περασμένη. Σκέφτηκα λοιπόν, ότι θα ήταν ενδιαφέρον να τα μοιραστώ, νοερά βέβαια και περιγράφοντάς τα, με εσάς, τους καλούς φίλους αναγνώστες, που με τιμάτε όλο αυτό τον καιρό, διαβάζοντας όλα αυτά που αραδιάζω σε αυτή τη στήλη. Στο άρθρο της προηγούμενης εβδομάδας είπα ότι πίνω σχεδόν οτιδήποτε, αρκεί να είναι ποιοτικό, με σαφή προσανατολισμό στα σκουρόχρωμα ποτά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν πίνω τα διαφανή, με ένα από αυτά θα ξεκινήσω.

Πριν από περίπου δυο εβδομάδες, βρέθηκα σε σπίτι όπου οι οικοδεσπότες είχαν μια μικρή γιορτή και δοκίμαζαν διαφόρων ειδών vodka, ενώ απουσίαζαν όλα τα υπόλοιπα ποτά, εκ των πραγμάτων λοιπόν, ήπια vodka. Υπήρχαν διάφορες ετικέτες, από μέτριες έως αδιάφορες, υπήρχαν όμως και δυο υψηλής ποιότητας και βέβαια εκεί ήταν που επικέντρωσα την προσοχή μου. Αφού πρώτα όμως είχα δοκιμάσει δυο τρεις, που μάλλον με ταλαιπώρησαν, άφησα για το τέλος το καλύτερο, αυτές δηλαδή που είχα εντοπίσει ευθύς εξαρχής. Καταρχάς, η εντυπωσιακή Stolichnaya Elit, με το εντυπωσιακό μπουκάλι, έφερε κατευθείαν τον ουρανίσκο μου σε φυσιολογική κατάσταση, με την αργή, αλλά σταθερή ανάπτυξη των γεύσεων και των αρωμάτων της, αλλά κυρίως με το εντυπωσιακά μακροσκελές τελείωμά της. Αφού λοιπόν ασχολήθηκα πολλή ώρα με τη σπουδαία αυτή vodka, με ότι αυτό συνεπάγεται, αντιλήφθηκα ότι υπάρχει ακόμη λίγος χώρος για ένα ακόμη ποτό και κατευθείαν πήγα στη δεύτερη που είχα τσεκάρει από την αρχή. Την σπουδαία Belvedere την έχω δοκιμάσει ουκ ολίγες φορές. Όμως την Belvedere Unfiltered ήταν πρώτη φορά που δοκίμαζα και πρέπει να πω ότι εντυπωσιάστηκα. Απαλή και βελούδινη στον ουρανίσκο, είναι σαφώς ένα ποτό που δεν πρέπει να το χαραμίσεις κάνοντας προσμίξεις, αλλά να την πιείς σκέτη παγωμένη, εγώ προσωπικά δεν προτείνω ούτε ένα πάγο. Όσο για το μπουκάλι, είναι όλα τα λεφτά.

Πάμε παρακάτω

Στα μισά του Ιουλίου και για δέκα περίπου ημέρες, βρέθηκα στην Αίγινα, όπου παραδοσιακά κάνω το πρώτο μέρος των καλοκαιρινών διακοπών μου, εδώ και πενήντα χρόνια. Για να είμαι πιο ακριβής, στα πρώτα δώδεκα χρόνια της ζωής μου, το πρώτο μέρος των διακοπών μου, ήταν ταυτόχρονα και το τελευταίο, αφού εκεί τη βγάζαμε από Ιούνιο μέχρι Σεπτέμβριο, η αδελφή μου και εγώ, παρέα με τη γιαγιά μου Καλομοίρα, το πιο αγαπημένο πρόσωπο των παιδικών μου χρόνων, με τους γονείς μας να μας επισκέπτονται τα Σαββατοκύριακα. Από εκεί και μετά, αρχίσαμε να πηγαίνουμε και αλλού, αλλά η αγαπημένη μου συνήθεια δεν ξεχνιέται ποτέ και φυσικά το σπίτι είναι πάντα εκεί και μας περιμένει. Τέλος πάντων, για να μην με πιάσει κι άλλο νοσταλγία, βρεθήκαμε οικογενειακώς για μπάνιο σε μια από τις απίθανες παραλίες, στο νοτιοδυτικό, ξερό κομμάτι του νησιού, που μοιάζει με Κυκλάδες και αμέσως μετά για ψαροφαγία στο γραφικό λιμανάκι της Πέρδικας.

Βέβαια, καλοκαιρινή μεσημεριανή ψαροφαγία, με καλαμάρια, βραστά χταπόδια, πατάτες, χόρτα και τα σχετικά, χωρίς ούζο, δεν γίνεται. Μπήκα μόνος μου λοιπόν και ξυπόλυτος μέσα στην ταβέρνα και αφού έκανα ένα γρήγορο σκανάρισμα με το μάτι, βούτηξα από ένα ράφι μια Απαλαρίνα Παραδοσιακό και επέστρεψα ταχέως στο τραπέζι. Ποιοτικό, βαρύ όπως μου αρέσει και γλυκόπιοτο, αλλά αφού δεν το καταφέραμε ολόκληρο, το υπόλοιπο το πήρα για το βράδυ στο σπίτι. Όπου και το ήπια σκέτο, με με τη συνοδεία της σχεδόν πανσελήνου του Ιουλίου και μουσική υπόκρουση την άκρα σιωπή, η οποία που και που χαλούσε από ένα, μάλλον εκτός χρόνου τζιτζίκι και κανένα γάβγισμα σκύλου να ακούγεται από μακριά. Από τα βράδυα που θυμάσαι.

Πάμε παρακάτω και πριν επιστρέψω στην Αθήνα, ήπια ακόμη κάτι πολύ καλό στην Αίγινα. Όποτε πηγαίνω στο νησί έχω το κακό, ή καλό συνήθειο να ψαχουλεύω στην κάβα του πατέρα μου, γιατί είναι πολύ πιθανό να βρω να πιώ κάτι καλό. Αφού λοιπόν οι καλοί μου γονείς απουσίαζαν στο έτερο εξοχικό της οικογένειας, στα πιο ψυχρά κλίματα της ορεινής Αχαίας, έκανα την παραδοσιακή επιδρομή και όπως ήταν αναμενόμενο, βρήκα διάφορα καλούδια. Αρχαίο Brandy Botrys από τη δεκαετία του 60, Vinsanto Κτήμα Αργυρού και διάφορα άλλα, από τα οποία όμως έπρεπε να διαλέξω ένα, αφού ήταν το τελευταίο βράδυ, πριν επιστρέψω Αθήνα. Ανάμεσα στα υπόλοιπα λοιπόν, ανακάλυψα και ένα πολύ παλιό Hennessey XO, που ήταν σχεδόν τελειωμένο, αλλά οι δυο τρεις, με το ζόρι, μεζούρες που είχε μέσα, ήταν αρκετές για να μου θυμίσουν για τι cognac μιλάμε.

To be continued


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Είναι μόνιμος συνεργάτης του Whisky Magazine τα τελευταία χρόνια, και έχει επίσης μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.