Από τον Κ. Κοντογιώργη


Αυτή την εβδομάδα ξεκινάω, κατά κάποιο τρόπο, από εκεί που τελείωσα την περασμένη. Και το λέω αυτό διότι, την ώρα που γράφω τούτες τις αράδες, Παρασκευή βράδυ, πίνω ακόμη ένα ποτηράκι από το απίθανο Wild Turkey 8 ετών, το οποίο είχα ξεκινήσει τελειώνοντας το άρθρο της προηγούμενης εβδομάδας. Ας πάμε τώρα στα σημερινά. Το whisky που θα παρουσιάσω σήμερα, είναι ένα ασυμβίβαστο whisky, από ένα ασυμβίβαστο αποστακτήριο. Σήμερα μιλάμε για το μεγάλο

Laphroaig

Πολύ σπουδαίο όνομα το σημερινό, από τα σπουδαιότερα της παγκόσμιας βιομηχανίας whisky. Πρόκειται για ένα αποστακτήριο που χρησιμοποιεί αμιγώς παραδοσιακές μεθόδους παρασκευής, έχει το μεγαλύτερο και πιθανόν το φανατικότερο fun club, στον κόσμο του whisky, με 200 χιλιάδες μέλη, μεταξύ των οποίων και η αφεντιά μου, ενώ γενικώς είναι ένα από τα πιο αξιοσέβαστα ονόματα στον κόσμο του whisky, χαίρει δε εκτίμησης και από αυτούς που δεν μπορούν την άκρως επιθετική γεύση του. Στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα ήταν η πρώτη μου γνωριμία με το αποστακτήριο, εμπειρία μάλλον τραυματική για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δοκίμαζα μια μινιατούρα από το κλασσικό δεκάρι, το οποίο τότε παρουσιαζόταν σαν unblended malt και νόμιζα πως κάποιος είχε ρίξει στάχτη στο ποτό. Ήμουν βλέπετε πρωτόβγαλτος στο άθλημα και άπειρος και δεν μπορούσα να καταλάβω περί τίνος πρόκειται. Όμως, από σεβασμό προς το αποστακτήριο, το κατέβασα μονορούφι και έκτοτε το ξέχασα για μερικά χρόνια. Η μινιατούρα βέβαια αυτή, θα κόστιζε πάνω από 100 ευρώ αν την είχα τώρα, που φυσικά γνωρίζω το πόσο μεγάλη αξία έχουν τα παλιά Laphroaig. Και τώρα, όπως πάντα, θα πούμε

Λίγα λόγια για την ιστορία

Η οποία ξεκινάει από πολύ παλιά. Το 1810 λοιπόν, τα αδέλφια Donald και Alexander Johnston νοικιάζουν χίλια εκτάρια γης στο Islay. Το 1815 χτίζεται το αποστακτήριο στη θέση που βρίσκεται και σήμερα, όταν οι αδελφοί Johnston φωνάζουν τον διάσημο μηχανικό της εποχής Charles Doig για να σχεδιάσει και να εκτελέσει το έργο, όπως έκανε και για τα περισσότερα αποστακτήρια της Σκωτίας που χτίστηκαν στις μέρες του. Την ίδια χρονιά, ο Donald δίνει στον Alexander 350 λίρες, σε αντάλλαγμα για το μερίδιό του και ο τελευταίος μεταναστεύει στην Αυστραλία, όπου και πεθαίνει το 1881. Ο αδελφός του Donald πεθαίνει το 1847, κάτω από δραματικές και μερικώς αδιευκρίνιστες συνθήκες, ωστόσο το σίγουρο είναι ότι πνίγηκε μέσα σε τεράστιο δοχείο, με αγνώστου προελεύσεως υγρό, μέσα στο αποστακτήριο. Ο μοναδικός απόγονός του, ο γιος του Dugald, είναι μόλις 11 χρονών και δεν μπορεί να αναλάβει. Τότε από το 1847 και για δέκα χρόνια αναλαμβάνει τη διοίκηση η εταιρία Mackies and Company, ιδιοκτήτρια τότε του Lagavulin και από τότε ξεκινάει η κόντρα μεταξύ των δυο αποστακτηρίων, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα σε πολύ ηπιότερους βέβαια τόνους.

Το 1857 ο μικρός ενηλικιώνεται και αναλαμβάνει το αποστακτήριο, με τη βοήθεια του εξαδέλφου του Alexander Johnston. Το 1877 ο Dugald Johnston πεθαίνει και αναλαμβάνουν το αποστακτήριο οι αδελφές του Willian Hunter και Katherine Johnston, όμως την ίδια χρονιά ξεκινούν πάλι τα προβλήματα με την Mackies and Company, που διαρκούν τα επόμενα 30 χρόνια, με τα δικαστήρια να έχουν τον πρώτο λόγο. Ώσπου το 1907 η κατάσταση εκτραχύνεται, όταν οι αντίπαλοι μπλοκάρουν με πέτρες την μοναδική πηγή νερού για το Laphroaig και έτσι σταματάει η παραγωγή. Το πρόβλημα λύνεται πάλι στα δικαστήρια και το 1908 γίνονται δυο προσπάθειες εξαγοράς του Laphroaig οι οποίες πέφτουν πάνω σε τοίχο.

Και αφού δεν μπορούν ούτε να το καταστρέψουν, ούτε να το αγοράσουν, προσπαθούν να το αντιγράψουν. Παίρνουν με μεταγραφή έναν έμπειρο ποτοποιό από το Laphroaig ο οποίος προσπαθεί να φτιάξει Laphroaig, αλλά σε λάθος μέρος. Αφού τελειώνουν όλα αυτά και κάθε αποστακτήριο παίρνει το δρόμο του, το 1921 αναλαμβάνει σαν αφεντικό ο Ian Hunter και το 1923 ανακατασκευάζει τα floor maltings και τα φτιάχνει όπως είναι σήμερα. Κατά τη διάρκεια της ποτοαπαγόρευσης το Laphroaig εξάγεται στην Αμερική, αφού είναι εγκεκριμένο για φαρμακευτικούς λόγους. Το 1954 ο Ian Hunter πεθαίνει και αφήνει το αποστακτήριο στην Bessie Williamson, η οποία ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του Laphroaig από το 1930. Η κυρία πουλάει την εταιρία το 1963 στο Long John και το 1990 αναλαμβάνει την ιδιοκτησία η εταιρία Allied Domecq.

Το 1994 επισκέπτεται το αποστακτήριο ο διάδοχος του θρόνου της Αγγλίας Κάρολος και δίνει στο Laphroaig το Royal Warrant. Ζητάει από τον τότε διευθυντή Ian Henderson να μην αλλάξει ποτέ τις παραδοσιακές μεθόδους και του λέει ότι εκεί φτιάχνεται το καλύτερο whisky στον κόσμο. Το 1998 το Laphroaig γίνεται το μοναδικό, μαζί με το Balvenie , που κατακτά στον ίδιο διαγωνισμό 7 βραβεία για τα whisky του. Η βράβευση γίνεται στον International Wine and Spirits Competition. Τέλος το 2002 ιδιοκτήτρια γίνεται η Jim Beam και το 2015 γιορτάζει τα διακοσιοστά γενέθλιά του.

Λίγα ακόμη λόγια

Στο Laphroaig αυτό που μετράει και δεν είναι προς διαπραγμάτευση, με οποιαδήποτε ιδιοκτησία, είναι η παράδοση. Ο προηγούμενος διευθυντής Ian Henderson έλεγε ότι στις αίθουσες βυνοποίησης γίνεται κάτι μαγικό και θεωρούσε το κριθάρι ένα ζωντανό ον που αναπνέει. Πράγματι, το Laphroaig είναι ένα από τα μόνο 8 πλέον στη Σκωτία, που χρησιμοποιούν πατώματα βυνοποίησης και εδώ τον πρώτο λόγο έχουν οι άνθρωποι και όχι τα μηχανήματα. Η παλαίωση γίνεται σχεδόν αποκλειστικά σε βαρέλια bourbon και συγκεκριμένα από το σπουδαίο Makers Mark. Ελάχιστες οι εκδόσεις σε sherry, με τις δυο μαγικές εκδόσεις των 30 και 31 ετών, το δεύτερο από το 1974, να τα σπάνε κυριολεκτικά, αφού πρόκειται για whiskies από άλλο πλανήτη. Να μην ξεχάσω ότι ο οδοντιατρικός σύλλογος της Αμερικής συνιστά την κατανάλωση Laphroaig για την καλή υγεία του στόματος και των δοντιών. Το απαραίτητο νερό για την παρασκευή του ποτού κυλάει από το Kilbride Loch, περνώντας από γρανιτένιες κοιλάδες με ερείκη και μπόλικη τύρφη και παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της γεύσης και του αρώματος του Laphroaig. Λειτουργούν 6 ανοξείδωτες δεξαμενές ζύμωσης και 7 άμβυκες διαφόρων μεγεθών και αρμοδιοτήτων ο καθένας τους. Όσο για τις ετικέτες, είναι τόσο πολλές, που δεν έχει νόημα να τις απαριθμήσω όλες. Απλώς θα αναφέρω το υπέροχο δεκάρι Laphroaig, που είναι η σημαία του αποστακτηρίου, καθώς και το PX Cask και το κλασικό Quarter Cask. Επίσης, να μην ξεχάσω και το μεγάλο σουξέ που έχει το Laphroaig στις γυναίκες, παρότι κανείς θα περίμενε το αντίθετο.

Συμπερασματικά, δεν θέλω να ακούσω κανέναν να μου λέει ότι δεν πίνει Laphroaig, είναι κάτι που επιβάλλεται για κάθε σοβαρό πότη.

Στην υγειά σας


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.