Ελληνικό κρασί: Ζήτημα Εθνικής... Απόλαυσης
Από τον Θ. Λέλεκα 


Εμείς οι Έλληνες έχουμε μεγάλη αγάπη στο κρασί μας. Και βέβαια αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο,αν σκεφτεί κανείς ότι το αμπέλι,το σταφύλι και, βέβαια, το κρασί είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την παράδοση, την ιστορία, αλλά και την καθημερινότητά μας από αρχαιοτάτων χρόνων.

Ας μην κρυβόμαστε όμως. Το σύγχρονο Ελληνικό κρασί, στη μορφή δηλαδή που το ζούμε και το απολαμβάνουμε σήμερα, μετράει μόλις κάποιες δεκαετίες. Κι αν αναλογιστούμε την πολυτάραχη ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας (πόλεμοι, φτώχεια, εξάρτηση από ξένες δυνάμεις, πολιτική αστάθεια, κλπ), συνειδητοποιούμε ότι η παραγωγή και κατανάλωση ποιοτικού Ελληνικού κρασιού είναι όντως μία «πολυτέλεια» που εδώ και λίγο σχετικά καιρό έχουμε την δυνατότητα να προσφέρουμε στους εαυτούς μας.

Τα πράγματα βέβαια τα τελευταία χρόνια πηγαίνουν από το καλό στο καλύτερο – κι ας φωνάζουν κι ας παραπονιούνται κάποιοι. Η ποιότητα του Ελληνικού κρασιού ανεβαίνει καθημερινά, κι έτσι έχουμε τη δυνατότητα να απολαμβάνουμε πραγματικά εκλεκτά κρασιά από διάφορες γωνιές του αμπελώνα της χώρας μας. Όπου υπάρχει Ελληνικό κρασί – στο εμπόριο, στο εστιατόριο, κλπ – η ποικιλία είναι μεγάλη και καλύπτει όλα τα γούστα,όλες τις γεωγραφικές, χρωματικές και γευστικές προτιμήσεις, αλλά και όλα τα βαλάντια.

Και στο εξωτερικό, βέβαια, η εικόνα του κρασιού μας αναβαθμίζεται συνεχώς, μέσα από προσπάθειες τόσο συλλογικές όσο και ιδιωτικές. Η διεθνής αγορά βρίσκεται σε μία φάση αναζήτησης τυπικών, διαφορετικών, χαρακτηριστικών γεύσεων και αρωμάτων, και το Ελληνικό κρασί βρίσκεται ακριβώς στην ιδανική θέση για να αξιοποιήσει αυτό το ρεύμα.

Εν τω μεταξύ, έχουμε και μία μεγάλη βοήθεια στο πλευρό μας: αναφέρομαι στη διεθνή τάση προς τη Μεσογειακή διατροφή, η οποία προέκυψε από τότε που κάποιοι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα βασικά συστατικά της διατροφής των λαών της Μεσογείου – το κρασί, το ελαιόλαδο, τα όσπρια, τα βότανα, κλπ – επηρεάζουν την μακροζωία και την ευζωία τους. Ξέρω τι θα μου πείτε: ότι η διατροφή του σύγχρονου Έλληνα περιλαμβάνει περισσότερο σουβλάκια, τυρόπιττες, πίτσες και σνίτσελ παρά παρθένο ελαιόλαδο, κρασί και φακές. Κι αν όμως εμείς δεν είμαστε τυπικό δείγμα, ας αναλογιστούμε τι χάνουμε, κι ας δώσουμε τουλάχιστον στο κρασί μας την ευκαιρία να μπει στις διεθνείς λίστες και σάλες με την αξία που πραγματικά διαθέτει.

Παρεμπιπτόντως ξέρετε πόσες οινοποιήσιμες γηγενείς ποικιλίες σταφυλιού διαθέτει ο Ελληνικός αμπελώνας; Σύμφωνα με έγκυρους ερευνητές, πάνω από 300! Φυσικά δεν είναι εύκολο να αξιοποιηθούν όλες εμπορικά (σε πολλές περιπτώσεις ούτε καν πειραματικά) - αυτό το νούμερο, ωστόσο, καταδεικνύει από μόνο του έναν πλούτο που δίνει στη χώρα μας και το κρασί της ένα αχτύπητο συγκριτικό πλεονέκτημα που πρέπει πάσει θυσία να αξιοποιηθεί.

Πολλές φορές ακούω να λέγεται ότι «δεν υπάρχει κανένα σχέδιο» για την σωστή προώθηση του Ελληνικού κρασιού στο εξωτερικό. Ε λοιπόν, με κίνδυνο να σοκάρω κάποιους, θα το πω: Κι όμως υπάρχει! Ολοκληρώνεται αυτό τον καιρό που γράφονται αυτές οι γραμμές, και έχει σαφείς, φιλόδοξους αλλά άκρως σημαντικούς στόχους, με απώτερο αυτών την κατάκτηση του χαμένου εδάφους ώστε το Ελληνικό κρασί να διεκδικήσει τη θέση που του αξίζει σε διεθνές επίπεδο. Πώς θα γίνει αυτό; Χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες, θα σας πω ότι η στρατηγική βασίζεται στην στόχευση συγκεκριμένων αγορών με πολύ συγκροτημένο πλάνο δράσης, και με μία προσέγγιση που θα έχει ως αιχμή του δόρατος τις τέσσερις βασικές Ελληνικές ποικιλίες: Αγιωργίτικο, το Ξινόμαυρο, το Ασύρτικο και το Μοσχοφίλερο. Χρησιμοποιώντας αυτές τις ποικιλίες ως «πρεσβευτές», ακριβώς επειδή όλες «κουβαλούν» τη δύναμη και τη διαφορετικότητα του terroir από το οποίο προκύπτουν, θα ανοίξουμε τις πόρτες που για χρόνια έμεναν κλειστές (για να μην πω ότι κλείδωναν όταν ακούγονταν οι λέξεις «Ελληνικό κρασί»).

Και βέβαια, η παρουσίαση του οινικού μας πλούτου δεν θα περιοριστεί εκεί. Σε επόμενα επίπεδα, πολύ βασικές τοπικές ποικιλίες, όπως η ΡομπόλαΒηλάνα, το Σαββατιανό ή η Μαντηλαριά, θα διαδραματίσουν κι εκείνες τον δικό τους κρίσιμο ρόλο, και με τον τρόπο τους θα λάμψουν. Επιπλέον, απο εκεί και ύστερα, οι καλές Ελληνικές ετικέτες για τις οποίες είμαστε όλοι υπερήφανοι – άσχετα από τον αν προκύπτουν από γηγενείς ή διεθνείς ποικιλίες – θα πάρουν κι αυτές τη θέση τους στην πρώτη γραμμή. Και γιατί όχι, άλλωστε; Για παράδειγμα, τόσοι