Μα τι έχουν πάθει όλοι πια με το Pinot Noir;
Από τον Θ. Λέλεκα 


Είναι η ποικιλία που συζητιέται περισσότερο από όλες. Η επιτυχημένη καλλιέργεια και οινοποίησή της θεωρείται δύσκολο «στοίχημα» ακόμα και για φτασμένους οινοποιούς. Επιπλέον, οι οινόφιλοι που το προτιμούν και το ψάχνουν φανατικά θεωρούνται από πολλούς πιο γνώστες και ειδικοί. Αξίζει άραγε το Pinot Noir όλη αυτή την λατρεία;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το Pinot Noir είναι μία ερυθρή ποικιλία που «κατάγεται» από την περιοχή της Βουργουνδίας, στη Γαλλία. Είναι μία ερυθρή ποικιλία που έχει ανάγκη το φτωχό, αφιλόξενο έδαφος, το υψόμετρο και το ψυχρό κλίμα για να εκφραστεί σωστά. Γι αυτό άλλωστε και το συναντάμε (στον παλαιό κόσμο τουλάχιστον) κυρίως σε περιοχές που έχουν μεγαλύτερη έφεση στα λευκά σταφύλια και κρασιά, σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης όπως η Γερμανία και η Αυστρία, καθώς και στον Γαλλικό Βορά, δηλαδή στην Αλσατία και την Καμπανία.

Πρόκειται για μία ποικιλία δύσκολη, που ταλαιπωρεί τον παραγωγό τόσο στο αμπέλι, όσο και στο οινοποιείο. Εκτός των άλλων είναι ποικιλία σταφυλιού με μεγάλη ευαισθησία σε ασθένειες, ενώ δεν είναι και ιδιαίτερα παραγωγική. Αυτοί είναι και κάποιοι από τους λόγους που κάνουν το Pinot Noir και δυσεύρετο, αλλά και ακριβό, σε σχέση με άλλες ερυθρές ποικιλίες.

Ως κρασί, το Pinot Noir είναι πολύ ιδιαίτερο. Οπτικά, ένα τυπικό Pinot Noir μας δίνει την αίσθηση ότι είναι ένα ελαφρύ, σχεδόν αραιό, κρασί, κυρίως επειδή η χρωστική δυναμική που παίρνει από το σταφύλι είναι πολύ περιορισμένη. Αυτή η εντύπωση όμως αλλάζει αμέσως μόλις προχωρήσουμε στην δοκιμή του κρασιού, καθώς καταλαβαίνουμε ότι είναι ένα κρασί ζωντανό, έντονο και, εφόσον πρόκειται για ποιοτική ετικέτα, με μεγάλες δυνατότητες παλαίωσης. Στη μύτη τα αρώματα που δίνει ένα τυπικό Pinot Noir παραπέμπουν σε φρέσκα και όμορφα κόκκινα φρούτα, συνήθως με μία ευχάριστα πικάντικη, μπαχαρένια νότα, εφόσον το δρύινο βαρέλι έχει χρησιμοποιηθεί σωστά.

Εκεί βέβαια που το Pinot Noir ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ερυθρά είναι στο στόμα. Κι αυτό γιατί είναι ένα κρασί συνώνυμο με τη φινέτσα και την κομψότητα, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι υπολείπεται σε ένταση ή δομή. Ένα καλό Pinot Noir εκφράζει αλάνθαστα το terroir από το οποίο προέρχεται, αποδίδοντάς το, συνήθως, με ευχάριστη μεταλλικότητα. Επίσης, τυπικά το Pinot Noir χαρακτηρίζεται από τονισμένη οξύτητα που του χαρίζει όμορφη ζωντάνια, αλλά και τανίνες, οι οποίες είναι όμως στις περισσότερες περιπτώσεις ευγενείς και μεταξένιες. Αξίζει επίσης να πούμε ότι κλασικά ένα Pinot Noir, τουλάχιστον του παλαιού κόσμου, δεν είναι υψηλόβαθμο αλκοολικά, καθώς πρόκειται για ποικιλία που ωριμάζει δύσκολα στα κρύα κλίματα στα οποία τη συναντάμε συνήθως. Τέλος, είναι γεγονός ότι, ακριβώς επειδή είναι ένα τόσο ιδιόμορφο κρασί, το Pinot Noir σπάνια «χαρμανιάζεται» για να συμμετάσχει σε πολυποικιλιακές ετικέτες, αφού δύσκολα ένας παραγωγός θα πάρει την απόφαση να αλλοιώσει την μοναδική προσωπικότητα του κρασιού αυτού.

Οι οινοπαραγωγοί της Βουργουνδίας είναι απόλυτα αφοσιωμένοι στο Pinot Noir, ποικιλία την οποία καλλιεργούν εδώ και αιώνες. Παρότι δεν είναι ακόμα απόλυτα βέβαιο από ποιον λαό και πώς έφτασε το Pinot Noir στην περιοχή (οι ειδικοί αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους Έλληνες), το σίγουρο είναι ότι το «σπίτι» του Pinot Noir είναι οι «πλαγιές» της ζώνης – Côte Chalonnaise, Côte de Beaune, Côte de Nuits – και στα εξαιρετικά αμπελοτόπια που περικλείονται από αυτές δημιουργούνται μοναδικά κρασιά που ξετρελλαίνουν οινόφιλους σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Είναι αλήθεια, βεβαίως, ότι Pinot Noir συναντάμε και στο νέο κόσμο. Χωρίς οι διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες αλλά και το terroir να του αλλάζουν δραματικά το προφίλ, το νεοκοσμίτικο Pinot Noir χαρακτηρίζεται από περισσότερη θέρμη και μεστότητα, χαρακτηριστικά που ενθουσιάζουν τους φίλους της ποικιλίας – αρκεί να μην είναι αυστηροί θιασώτες της παραδοσιακής σχολής της Βουργουνδίας. Έτσι, ιδιαίτερα απολαυστικά Pinot Noir θα συναντήσουμε στη Νέα Ζηλανδία, την Αυστραλία και την Τασμανία, καθώς και τη Νότια Αφρική. Επιλεγμένες ετικέτες της ποικιλίας θα συναντήσουμε και στη Χιλή, ενώ μεγάλο ρεύμα έχει και στις ΗΠΑ, ξεκινώντας από την καλιφόρνια, αλλά πιο όψιμα και στην Πολιτεία του Όρεγκον.

Μιλώντας για το Pinot Noir στις ΗΠΑ, η ποικιλία βοηθήθηκε ανυπολόγιστα από την ταινία Πλαγίως (Sideways), που προβλήθηκε το 2004, και μάλιστα προτάθηκε για 4 βραβεία Όσκαρ, εκ των οποίων κέρδισε το ένα (Καλύτερου Σεναρίου). Η ταινία εκτυλισσόταν γύρω από το ταξίδι δύο φίλων – λίγες μέρες πριν ο ένας από τους δύο παντρευτεί – στη wine country της Καλιφόρνια, όπου γυρνούσαν από οινοποιείο σε εστιατόριο (και τούμπαλιν) δοκιμάζοντας και πίνοντας ντόπια κρασιά. Ο ένας εκ των δύο, που ήταν ειδικός και οινογνώστης, έπινε μόνο Pinot Noir και δεν σταματούσε να πλέκει το εγκώμιο της ποικιλίας καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Ακούγεται απίστευτο, αλλά οι πωλήσεις του Καλιφορνέζικου Pinot Noir εκτοξέυτηκαν κατακόρυφα χάρη στην ταινία, ενώ η δημοτικότητά του μέχρι και σήμερα οφείλεται, ως ένα βαθμό, σε αυτήν.

Και στην Ευρώπη, όμως, το Pinot Noir έχει μεγάλη και τακτική βοήθεια από τον οινικό τύπο. Μόλις τον προηγούμενο μήνα το Βρετανικό περιοδικό Decanter έτρεξε ένα μεγάλο αφιέρωμα στο Pinot Noir, κυκλοφορώντας με τον τεράστιο τίτλο στο εξώφυλλο «In Love with Pinot?» (Ερωτευμένοι με το Pinot;). Το ίδιο περιοδικό δημοσίευσε ηλεκτρονική δημοσκόπηση στην ιστοσελίδα του, καλώντας τους επισκέπτες της να ψηφίσουν αν το Pinot Noir είναι η καλύτερη ερυθρή ποικιλία, ενώ το Μάρτιο ανακήρυξε οινοποιό της χρονιάς τον ιδιοκτήτη του μυθικού κτήματος Domaine de la Romanée-Conti στη Βουργουνδία, Aubert de Villaine.

Για εμένα, το μεγάλο προσόν του Pinot Noir είναι η ευκολία με την οποία συνδυάζεται με φαγητό. Λόγω της κομψότητας και της φινέτσας του, ένα απλό, ευχάριστο Pinot Noir μπορεί να συνοδεύσει τέλεια ακόμα και τα πιο καθημερινά μας πιάτα – μία πίτσα, μία ποικιλία αλλαντικών, ακόμα και μία σαλάτα ή ένα σάντουιτς. Αν το κρασί μας είναι χαμηλόβαθμο σε αλκοόλ, τότε μπορούμε κάλλιστα να το σερβίρουμε ως κρασί σε ποτήρι, είτε σκέτο με κάποια μεζεδάκια, είτε ως απεριτίφ πριν το γεύμα. Αν βέβαια πρόκειται για μία μεγάλη, σπάνια και ακριβή ετικέτα από Pinot Noir, τότε θα το σερβίρουμε μαζί με κομψά και νόστιμα κρεατικά, όπως το στήθος πάπιας, το χοιρινό ρολό στο φούρνο ή το τρυφερό ροστ-μπηφ.

Οι προτάσεις αγοράς για Pinot Noir στην Ελληνική αγορά είναι πολλές και ιδιαίτερα ποιοτικές. Στον Ελληνικό αμπελώνα ο πρώτος οινοποιός που καλλιέργησε και οινοποίησε Pinot Noir ήταν ο Θανάσης Παπαϊωάννου στη Νεμέα, τα τελευταία χρόνια όμως το παράδειγμά του έχουν ακολουθήσει με επιτυχία το Κατώγι Αβέρωφ στο Μέτσοβο και το Κτήμα Άλφα στο Αμύνταιο. Οι ξένες επιλογές είναι πολύ περισσότερες και προέρχονται κυρίως από τη Βουργουνδία. Τις συναντάμε σε μεγάλη γκάμα τιμών, ανάλογα αν η προέλευσή τους είναι απλά η ευρύτερη ζώνη (AC Bourgogne), ή κάποια φημισμένη κοινότητα (π.χ. AC Vosne-Romanée) ή ακόμα ένα διακεκριμένο αμπελοτόπι Premier ή Grand Cru. Από εκεί και πέρα, στις νεοκοσμίτικες επιλογές Pinot Noir πρωτοστατεί η Νέα Ζηλανδία, ακολουθούμενη από τη Νότια Αφρική, την Αυστραλία, τη Χιλή και τις ΗΠΑ.

Γιατί λοιπόν γίνεται τόσος «ντόρος» γύρω από το Pinot Noir; Τον αξίζει η ποικιλία; Και, τελικά, είμαστε ερωτευμένοι μαζί της; Αυτά είναι ερωτήματα που ο καθένας πρέπει να απαντήσει για τον εαυτό του. Το σίγουρο όμως είναι ότι όποιος αναζητά τη φινέτσα, την ευγένεια και την ισορροπία σε ένα ερυθρό κρασί, και έχει τον τρόπο να του συμπεριφερθεί και να το ταιριάξει, τότε ένα καλό Pinot Noir του επιφυλάσσει πολλές και απολαυστικές εκπλήξεις.


Θόδωρος Λέλεκας

ΥΓ: Οι παραπάνω σύνδεσμοι οδηγούν στα αντίστοιχα κρασιά του House of Wine