Οινικές Βαθμολογίες του Ύψους και του Βάθους
Από τον Θ. Λέλεκα 


Δοκιμάζουν και αξιολογούν τα πάντα. Μοιράζουν βαθμολογίες στα 5, στα 20, στα 100, και πάει λέγοντας. Κάποιες φορές οι κρίσεις τους περνούν (σχεδόν) απαρατήρητες. Άλλες φορές όμως ανεβάζουν ή κατεβάζουν τιμές και υπολήψεις, με απήχηση σε όλο τον κόσμο. Ποιοί είναι τελοσπάντων οι μεγάλοι αυτοί βαθμολογητές κρασιών;

Πριν αρχίσουμε να μιλάμε με ονόματα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: η βαθμολόγηση ενός κρασιού δεν είναι απλή υπόθεση. Κι αυτό γιατί το να βαθμολογήσει κανείς ένα κρασί δεν είναι απλά μία αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του. Εκτός του ότι λαμβάνει υπόψη και τη σχέση ποιότητας-τιμής, αλλά και της παλαιωσιμότητας του κρασιού, ίσως το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της βαθμολόγησης είναι η συγκριτική της διάσταση: με άλλα λόγια, κάθε βαθμός είναι συνάρτηση τόσο του προηγούμενου κρασιού που αξιολογήθηκε, όσο και του επόμενου. Αυτό που προσπαθώ να σας πω είναι ότι η βαθμολόγηση κρασιών – σε οποιαδήποτε κλίμακα – δεν είναι κάτι που μπορεί να κάνει ο καθένας. Μπορεί τελευταία να έχει γίνει της μόδας να μοιράζουν διάφοροι βαθμούς από δω κι από κει – άραγε όμως αυτοί που το κάνουν συνειδητοποιούν την αφέλεια, αλλά και την ανευθυνότητα της πράξης τους αυτής;

Δεν είμαι σίγουρος, αλλά έχω την εντύπωση ότι η έννοια της βαθμολογίας (τόσο στο κρασί όσο και σε οτιδήποτε άλλο) είναι Αμερικανόφερτο φαινόμενο. Οι Αμερικάνοι είναι γνωστό ότι έχουν μανία με το ποιος είναι πρώτος, ποιος δεύτερος, ποιος τρίτος («Τον πρώτο τον ξέρουν όλοι, τον δεύτερο κανένας», λένε μάλιστα χαρακτηριστικά), ποιοι μπαίνουν στο Top 10, ποιοί στο Top 100, κλπ. Γι αυτό και σήμερα οι οινικές βαθμολογίες με την μεγαλύτερη επιρροή είναι Αμερικάνικης προέλευσης. Αναφέρομαι βέβαια σε αυτές του διάσημου οινο-κριτικού Robert Parker, ο οποίος ήταν και ο πρώτος που εισήγαγε την έννοια της βαθμολόγησης κρασιών, καθώς και σε εκείνες των ομάδων των μεγάλων Αμερικάνικων περιοδικών οίνου, όπως το Wine Spectator και το Wine & Spirits.

Πολλοί είναι εκείνοι που λένε «Μετά τον Parker το χάος». Ακούγεται υπερβολικό, αλλά – κατά την ταπεινή μου άποψη – έχουν δίκιο. Ο μεγάλος οινοκριτικός κρατάει αρχείο ουσιαστικά για τα πάντα, δοκιμάζει τα κρασιά που τον ενδιαφέρουν όχι μόνο μία, αλλά πολλές φορές κατά την διάρκεια της πορείας τους, και οι κριτικές (και οι βαθμολογίες) του έχουν άμεσα και απτά αποτελέσματα στην εμπορική αξία κρασιών, αλλά και στην φήμη οινοποιείων, σε όλο τον πλανήτη. Μάλιστα, όταν πρόσφατα συνειδητοποίησε ότι ο ίδιος δεν μπορεί (πλέον) να δοκιμάζει και να αξιολογεί όλα τα κρασιά του κόσμου που χρήζουν βαθμολόγησης, «μοίρασε» τον παγκόσμιο οινικό χάρτη σε περιοχές, επέλεξε προσεκτικά μία μικρή ομάδα συνεργατών, και τους ανέθεσε να διευρύνουν την εμβέλεια του έργου του, όσο εκείνος θα επικεντρώνεται εκεί που πραγματικά τον ενδιαφέρει - δηλαδή στο Bordeaux και κάποιες άλλες περιοχές του (παλαιού κυρίως) κόσμου.

Και οι υπόλοιποι βαθμολογητές κρασιών δουλεύουν αντίστοιχα. Σε κάθε ομάδα υπάρχει ένας «τομεάρχης» που επικεντρώνεται σε μία συγκεκριμένη περιοχή του οινικού χάρτη, για την οποία είναι υπεύθυνος να γνωρίζει, να δοκιμάζει και να βαθμολογεί τόσο τα γνωστά, όσο και τα πιο ανερχόμενα κρασιά της. Όταν τα περιοδικά κάνουν συγκεντρωτικές ή ετήσιες δοκιμές, μεγάλους διαγωνισμούς ή συνολικές αξιολογήσεις (όπως το περίφημο ετήσιο Top 100 του Wine Spectator), τότε όλες οι ομάδες συγκεντρώνουν και συγκρίνουν τις σημειώσεις και τις αξιολογήσεις τους, και κάπως έτσι προκύπτουν οι τελικές βαθμολογίες και οι διακρίσεις. Όσο βέβαια και αν κανείς δεν θέλει να το παραδεχτεί, πολύ δύσκολα οι βαθμολογίες όλων των υπολοίπων φτάνουν (σε απήχηση και αποτελεσματικότητα) αυτές του Parker, έστω και στο ελάχιστο.

Στην Ευρώπη είθισται τα κρασιά κάθε χώρας να αξιολογούνται από τον τοπικό οινικό οδηγό (όπως το Gambero Rosso στην Ιταλία, το Alpha Guide στην Ελλάδα, κ.α.). Σε συλλογικό επίπεδο το περιοδικό Decanter είναι εκείνο που διεξάγει δοκιμές και βαθμολογεί κρασιά σε κάθε τεύχος, ενώ σε ετήσια βάση διοργανώνει μεγάλο διαγωνισμό που απονέμει (χρυσά, αργυρά και χάλκινα) μετάλλια στα κρασιά που διακρίνονται. Σε προσωπικό επίπεδο, το «αντίπαλο δέος» του Parker στην από δω πλευρά του Ατλαντικού θεωρείται η Jancis Robinson MW, η οποία εδώ και χρόνια ασχολείται με την αξιολόγηση (και βαθμολόγηση) κρασιών από όλο τον κόσμο. Είναι ωστόσο εμφανές το γεγονός ότι η δική της προσέγγιση είναι πολύ διαφορετική από το Αμερικάνικο μοντέλο, γι αυτό και γνώμονας της δουλειάς της είναι η παρουσίαση, η κριτική και η συμβούλευση, και όχι η κατηγοριοποίηση που θα οδηγήσει στην διαμόρφωση τιμών και εικόνας.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην Ελλάδα. Οι (ελάχιστες πλέον) στήλες του οινικού τύπου που ασχολούνται με την κριτική (και κατ’ επέκταση τη βαθμολόγηση) κρασιών δεν προσποιούνται ότι παίζουν τον ρόλο του Έλληνα Parker. Αντιθέτως, προσπαθούν να συγκρίνουν κρασιά που κατηγοριοποιούνται ανάλογα με την ποικιλία, την εσοδεία και την τιμή, για να δώσουν κάποιες κατευθύνσεις και συμβουλές προς τους ενδιαφερόμενους οινόφιλους που τις διαβάζουν.

Η φήμη και η επιρροή, βεβαίως, του Robert Parker, έχει φτάσει εδώ και ελάχιστα χρόνια και στη χώρα μας. Αναγνωρίζο