Τα κόκκινα του καλοκαιριού Από τον Θ. Λέλεκα 


Με το που καλοκαιριάζει, πολλοί φίλοι με ρωτούν με αγωνία: «Πίνεται το κόκκινο κρασί και το καλοκαίρι;». Αυτό που μου αρέσει στην υπόθεση αυτή είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι που με ρωτούν αυτό το πράγμα είναι φανατικοί λάτρεις του κόκκινου κρασιού, θέλουν όσο τίποτε άλλο να συνεχίσουν να απολαμβάνουν το αγαπημένο τους κόκκινο και το καλοκαίρι, απλά αναζητούν να μάθουν αν αυτό που κάνουν είναι σωστό ή λάθος.

Ας πάρουμε τα πράγματα, λοιπόν, από την αρχή. Στο κρασί (όπως και στον έρωτα, αν μου επιτρέπετε) αν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τι είναι σωστό και τι λάθος, τότε θα χάσουμε όλη τη μαγεία, την ομορφιά, την απόλαυση. Σωστό είναι αυτό που θα ταιριάξει σε εμάς καλύτερα, άσχετα με το τι μπορούμε να ακούσουμε, να διαβάσουμε ή να μας πούνε. Όσο για το λάθος – ε, κι αν κάνουμε μια φορά και μία άστοχη οινική επιλογή δεν χάθηκε πια και ο κόσμος. Το πάθημα θα γίνει πολύτιμο μάθημα και την επόμενη φορά θα ξέρουμε τι (και γιατί) να αποφύγουμε. Και βέβαια μην ξεχνάτε ότι τόσο στο κρασί, όσο και στον έρωτα (επιμένω εγώ...), πολλές φορές οι πιο όμορφες εκπλήξεις μας έρχονται... κατά λάθος.

Ας δούμε όμως τι είναι αυτό που μας προβληματίζει και μας κάνει να διστάζουμε να πιούμε κόκκινο κρασί το καλοκαίρι. Οι βασικοί παράγοντες που έρχονται στο μυαλό μας είναι η ζέστη (έχουμε ανάγκη να πίνουμε κάτι δροσερό) και το φαγητό (που όσο να’ναι το καλοκαίρι είναι πιο ελαφρύ και λιγότερο πολύπλοκο απ’ ότι το χειμώνα).

Στο θέμα της ζέστης η απάντησή μου είναι απλή: έχετε δίκιο. Δηλαδή, με εξαίρεση κάποια ελαφρά κρασιά τα οποία μπορούμε να δροσίσουμε λιγάκι, το να πίνει κανείς ένα πλούσιο κόκκινο κρασί κάτω από το «λιοπύρι» δεν είναι ό,τι καλύτερο. Ωστόσο, το καλοκαίρι δεν είναι μόνο λιακάδα και μεσημέρι. Αυτά τα ωραία καλοκαιρινά βραδάκια που ο ήλιος πέφτει και, αν είμαστε σε βουνό η δροσιά μας αναζωογονεί, ενώ αν είμαστε κοντά σε θάλασσα το αεράκι μας ξανανιώνει, είναι μια απόλαυση από μόνα τους. Εκεί ακριβώς, λοιπόν, ένα σωστά επιλεγμένο κόκκινο κρασί φτιάχνει ατμόσφαιρα και μας αγκαλιάζει με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

Στο θέμα της κουζίνας, ωστόσο, έχω να σας πω το εξής: Ναι, είμαστε Μεσογειακός, νησιώτικος λαός. Ναι, έχουμε θαυμάσια ψαροφαγική κουζίνα την οποία συνοδεύουν τέλεια τα εξαιρετικά λευκά κρασιά μας. Είναι όμως υπρεβολή να πούμε ότι το καλοκαίρι τρεφόμαστε αποκλειστικά με ψάρια και θαλασσινά – δεν είναι; Αν όντως κάνετε κάτι τέτοιο σας ζηλεύω και σας πληροφορώ ότι δεν χρειάζεται να διαβάσετε αυτό το άρθρο παραπέρα. Θα είστε όμως μειονότητα, καθώς, απ’ όσο βλέπω και γνωρίζω, οι χασαποταβέρνες κάνουν χρυσές δουλειές (και) το καλοκαίρι. Είμαστε κρεατοφάγοι, πως να το κάνουμε, και το καλοκαίρι μας αρέσουν και τα κοψίδια στα κάρβουνα, και τα σουβλιστά, και τα μαγειρευτά κρέατα. Α, επίσης τρώμε και πολλά λαδερά κοκκινιστά αυτή την εποχή. Ο καλοκαιρινός τρόπος ζωής μας, λοιπόν, περιλαμβάνει γαστρονομικές τάσεις και συνήθειες που δεν καλύπτονται (μόνο) από τα λευκά κρασιά.

Ποιο είναι όμως το προφίλ του καλοκαιρινού κόκκινου; Α, παραλίγο να πέσω ο ίδιος στην παγίδα μου... Κατ’ αρχήν, λοιπόν, είναι αυτό που πάει σε εμάς τους ίδιους. Κι αν εσείς έχετε κάποιο αγαπημένο, σας συνιστώ να συνεχίσετε να το απολαμβάνετε, ενδεχομένως κάνοντας παραλλαγές γύρω του – παρεμφερές στυλ, από διαφορετικές ετικέτες. Εγώ πάντως αυτή την εποχή επιλέγω ερυθρά που δεν έχουν υψηλό αλκοολικό βαθμό (όσο να’ ναι, ακόμα και η ευθυμία του αλκοόλ μέσα στη ζέστη δεν είναι ό,τι καλύτερο), ούτε πολύ έντονα στοιχεία, όπως γεμάτο σώμα ή έντονη παρουσία της δρυός από το βαρέλι.

Όποιος ψάχνει για καλοκαιρινά ερυθρά, μπορεί κοιτάξει σε μέρη του Ελληνικού αμπελώνα που μας δίνουν (και) τέτοια κρασιά όπως η Νεμέα, η Κρήτη, και τα νησιά μας του Ιονίου (Κεφαλονιά) αλλά και του Αιγαίου (Ρόδος, Πάρος, Κως). Αν θέλετε να επεκταθείτε στον διεθνή αμπελώνα, κινηθείτε προς Ισπανία (Rioja) ή Βόρεια Ευρώπη (Γερμανία, Αυστρία), ενώ μπορείτε να ρίξετε και πολύ προσεκτικές ματιές και στο νέο κόσμο (Χιλή, Νέα Ζηλανδία).

Ένα στοιχείο του κρασιού που αναδεικνύεται πραγματικά σε θερμές περιόδους είναι η παλαίωση. Όσο εξελίσσεται το κρασί στη φιάλη «στρογγυλεύει» και γίνεται κομψότερο και φιλικότερο. Έτσι, αν έχετε κάποιο σωστά παλαιωμένο ερυθρό στο σπίτι, το καλοκαίρι θα εκτιμήσετε τη φινέτσα του δεόντως.

Επίσης, δεν θέλω (ποτέ) να ξεχνάμε τα ροζέ. Λόγω της μινι-ερυθρής οινοποίησής τους, τα καλά ροζέ είναι παντός καιρού, ειδικά όμως το καλοκαίρι μπορούν άφοβα και ανά πάσα στιγμή να συνοδεύσουν (σχεδόν) ότι σερβίρουμε δίπλα τους – από μακαρονάδες με θαλασσινά, ως και παϊδάκια στη σχάρα. Χώρια που μας δίνουν και τη δυνατότητα να τα απολαύσουμε και δροσερά.

Μιλώντας δε περί θερμοκρασίας, καλό είναι να θυμόμαστε ότι η περίφημη «θερμοκρασία δωματίου» δεν ισχύει για το αγαπημένο μας κόκκινο κρασί τους καλοκαιρινούς μήνες – ειδικά όταν το μέσο δωμάτιο στην Ελληνική επικράτεια το καλοκαίρι «ψήνεται» σε θερμοκρασίες άνω των 35 βαθμών Κελσίου! Έτσι, αν θέλουμε να σερβίρουμε το κόκκινό μας σε μία φυσική θερμοκρασία καλό είναι να το διατηρούμε μέχρι να το ανοίξουμε σε μέρος χωρίς φως, έτσι ώστε να εξασφαλίζουμε και την καλή του κατάσταση, και θερμοκρασία σερβιρίσματος κοντά στους 18-20 βαθμούς. Αν τώρα θέλουμε να το δροσίσουμε, καλό είναι να μην ρίξουμε τη θερμοκρασία του κάτω από τους 12 βαθμούς, καθώς σε χαμηλή θερμοκρασία ένα κόκκινο κρασί κινδυνεύει να χάσει σημαντικά αρωματικά και γευστικά του στοιχεία. Όποιος έχει συντηρητή κρασιών ή κελάρι/υπόγεια κάβα με σταθερή θερμοκρασία σε τέτοια επίπεδα, μπορεί να περάσει κατευθείαν από τη φύλαξη στο σερβίρισμα. Εναλλακτικά, μισή ωρίτσα στο ψυγείο μπορεί να μας δώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Υπάρχουν περιοχές του κόσμου (τρανταχτό παράδειγμα η Τοσκάνη) όπου – τόσο λόγω κουζίνας, όσο και λόγω κλιματολογικών συνθηκών αλλά και τρόπου ζωής – η κατανάλωση του κόκκινου κρασιού δεν γνωρίζει χειμώνα και καλοκαίρι. Εμείς εδώ στην Ελλάδα δεν είμαστε κάτι αντίστοιχο – και δεν πρέπει να είμαστε, με τόσα εκπληκτικά λευκά κρασιά που παράγουμε και έχουμε στη διάθεσή μας. Ωστόσο το κόκκινο κρασί δεν είναι ταμπού για το καλοκαίρι – μάλιστα η σωστή του επιλογή θα μας ομορφύνει και τις καλοκαιρινές μας στιγμές, όπως πολύ καλά φροντίζει και για τις χειμωνιάτικες...



Θόδωρος Λέλεκας