Από τον Θ. Λέλεκα 


Μία – αρκετά έντονη – ανταλλαγή απόψεων στην σελίδα του House of Wine στο Facebook πριν από λίγες μέρες με έβαλε σε σκέψεις. Συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά ότι εμείς οι Έλληνες είμαστε υπερήφανοι για το κρασί μας, ίσως όμως όχι πάντα για τους σωστούς λόγους. Τι εννοώ; Ότι, για κάποιους, το βασικό κριτήριο για το οποίο το αγαπούν είναι η... Ελληνικότητά του. Και αυτό πραγματικά το αδικεί.

Ας πάμε πίσω μερικά χρόνια. Όχι πολλά – κάτι παραπάνω από 20. Τότε που το εμφιαλωμένο κρασί ήταν είδος πολυτελείας. Τότε που η συνοικιακή κάβα (γιατί οι μεγάλες και οργανωμένες ήταν ελάχιστες) πουλούσε λίγο κρασί – κι αυτό χύμα – και ο τζίρος της βασιζόταν στο ουίσκυ, τα λικέρ και τη μπύρα. Μπαίνοντας δε σε κυρίευε το άρωμα του ούζου και του κονιάκ, οι λίγες ετικέτες κρασιού είχαν ελάχιστη τύχη στο ράφι (και το ήξεραν), και φιγουράριζαν δίπλα στους συμπυκνωμένους χυμούς και πάνω από τους ξηρούς καρπούς. Τότε που ο κόσμος δεν αγόραζε εμφιαλωμένο κρασί για το σπίτι – παρά μόνο για δώρο σε κάποια επίσκεψη – κι όταν γινόταν αυτό, δεν το διάλεγε με βάση την εσοδεία, την ποικιλία, την προέλευση, αλλά απλά και μόνο επειδή ήταν... κρασί. Τότε που τα κρασιά προέρχονταν από μεγάλες οινο-βιομηχανίες, οι οποίες δεν είχαν λόγο (καθότι η αγορά είχε περιορισμένες γνώσεις και απαιτήσεις) παρά να μεταχειρίζονται το κρασί ως άλλο ένα καταναλωτικό προϊόν.

Κάπου τότε, λοιπόν, εμφανίστηκαν κάποιοι φωτισμένοι άνθρωποι που το έβαλαν σκοπό της ζωής τους να αλλάξουν τα πράγματα και να φέρουν το ποιοτικό κρασί πιο κοντά στον κόσμο – και τον κόσμο πιο κοντά στο καλό κρασί. Είτε επειδή είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό, είτε επειδή ταξίδευαν, ρωτούσαν, ενημερώνονταν, είτε απλά επειδή το είδαν επιχειρηματικά. Και με κόπο, θυσίες και μεγάλο ζόρι, τελικά τα κατάφεραν. Ονόματα που τώρα πλέον θεωρούνται βετεράνοι και τα προϊόντα τους μπαινο-βγαίνουν στο σπίτι μας σε καθημερινή βάση, τότε έκαναν τα πρώτα δύσκολα αλλά αποφασιστικά τους βήματα: Γεροβασιλείου, Χατζημιχάλης, Κατσαρός, Παρπαρούσης, Σκούρας - σίγουρα κάποιον ξεχνάω, ας με συγχωρέσει...

Χάρη σε αυτούς μάθαμε σιγά-σιγά τις διαφορές ανάμεσα στις ποικιλίες, τις «δυνατές» οινοπαραγωγικές ζώνες του Ελληνικού αμπελώνα, και – πάνω απ’ όλα – το μεγαλείο του καλού εμφιαλωμένου κρασιού απέναντι στο αδιάφορο χύμα. Και χάρη σε αυτούς, οι παραδοσιακές οινο-βιομηχανίες, που ένιωσαν τον ανταγωνισμό απέναντί τους, αποφάσισαν να επενδύσουν, να εστιάσουν στα δυνατά τους σημεία, να δώσουν έμφαση στην ποιότητα και να ανεβάσουν τον πήχυ ακόμα ψηλότερα για όλους.

Ναι λοιπόν. Μπορεί να είμαστε η πατρίδα του Διονύσου, του αμπελιού, του κρασιού, αλλά χρωστάμε το υψηλό επίπεδο των κρασιών μας σήμερα στο ανοιχτό μυαλό κάποιων που παραδειγματίστηκαν από ξένους λαούς που έμαθαν να φτιάχνουν και να πωλούν το κρασί τους νωρίτερα και, αναπόφευκτα, καλύτερα από εμάς. Δεν φόρεσαν παρωπίδες ούτε σήκωσαν σημαίες της επανάστασης. Αποφάσισαν να αξιοποιήσουν τη γνώση και την εμπειρία των ξένων, για να κάνουν οι ίδιοι το κρασί τους καλύτερο και ανταγωνιστικό.

Σήμερα ολοένα και περισσότεροι οινόφιλοι ανά τον πλανήτη γνωρίζουν και εκτιμούν καθημερινά το κρασί μας. Κάτι ο στρατηγικός σχεδιασμός του οινικού μας κλάδου που έχει αρχίσει να εφαρμόζεται με διαφημιστικές καμπάνιες και επικοινωνιακές δραστηριότητες στις μεγάλες αγορές, κάτι η δύναμη της ενημέρωσης από το internet, κάτι η απλούστευση των διαδικασιών εξαγωγής και διεθνούς εμπορίου, κάτι οι αξιόλογες πρωτοβουλίες των ίδιων των Ελλήνων οινοποιών – όλα ωθούν το Ελληνικό κρασί προς την σωστή κατεύθυνση: αυτήν της καθιέρωσης, της καταξίωσης, της διεκδίκησης της θέσης που του αξίζει.

Για να φτάσουμε όμως εκεί, βασιζόμαστε στην καλή θέληση, την διάθεση για μάθηση, το ανοιχτό μυαλό των απανταχού οινοφίλων. Από την άλλη, ωστόσο, εμείς συχνά δεν βλέπουμε πέρα από το δικό μας κρασί και, ακόμα συχνότερα, καταδικάζουμε οτιδήποτε ξένο. Αυτό δεν είναι παράλογο, αλλά και ταυτόχρονα άδικο;

Θέλω να δηλώσω το εξής: για να πάει μπροστά, το σύγχρονο Ελληνικό κρασί δεν χρειάζεται πατριώτες – χρειάζεται οινόφιλους. Για να βοηθήσουμε την δύσκολη προσπάθεια του οινικού κλάδου πρέπει να έχουμε άποψη, εικόνα, γνώση, και να ξέρουμε τι γίνεται και πέρα από το σπίτι μας. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει αν αποκλείουμε οτιδήποτε μη Ελληνικό επειδή απλά μας ανταγωνίζεται – όπως ακριβώς αγωνιζόμαστε να κάνουμε κι εμείς σε μεγάλες και συχνά αφιλόξενες αγορές του κόσμου. Το οφείλουμε στο Ελληνικό κρασί – αλλά και στους εαυτούς μας – να δοκιμάσουμε κρασιά από όλο τον κόσμο, για να μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε και να κάνουμε συγκρίσεις. Κι αν μας αρέσει το Ελληνικό κρασί, αυτό πρέπει να είναι θέμα γούστου, αισθητικής και γνώσης – όχι απλά ένδειξη πατριωτισμού.

Θα πω και κάτι άλλο, το οποίο ενδέχεται να σοκάρει κάποιους: δεν χρειάζεται να ντρέπεται κάποιος που αγοράζει Γαλλικό, Ιταλικό, Αμερικάνικο ή – Θεός φυλάξοι – Χιλιάνικο κρασί. Αν μάλιστα του αρέσει κιόλας, αυτό δεν σημαίνει ότι διαπράττει εσχάτη προδοσία! Σε όλο τον πλανήτη συναντάμε καλά κρασιά – μάλιστα έτσι όπως μεταλάσσονται οι κλιματολογικές συνθήκες της υδρογείου καθημερινά, θα αρχίσουν να εμφανίζονται ακόμα περισσότερα αξιόλογα κρασιά από μέρη στα οποία μέχρι πρότινος δεν μας πήγαινε καν το μυαλό ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, απλά και μόνο επειδή η θερμοκρασία, η υγρασία και άλλοι παράγοντες είναι πλεόν εκεί ευνοϊκότεροι για αμπελοκαλλιέργεια.

Ο ανταγωνισμός είναι μία υγιής διαδικασία, η οποία ιδανικά πρέπει να μας κάνει όλους καλύτερους – και τους οινοποιούς, και τους εμπόρους, και τους καταναλωτές. Εκείνοι που βλέπουν αρνητικά οτιδήποτε ανταγωνιστικό κάνουν πρώτα απ’ όλα ζημιά στον εαυτό τους, καθώς κλείνουν μόνοι τους την πόρτα σε έναν μεγάλο και θαυμαστό κόσμο γεύσεων, αρωμάτων, στυλ και απολαύσεων. Κι αν θεωρούν εαυτούς οινόφιλους, και αν πιστεύουν ότι με αυτές τις ξεπερασμένες και σκοταδιστικές αντιλήψεις προστατεύουν και ωφελούν το Ελληνικό κρασί, θα πρέπει να το ξανασκεφτούν πολύ σοβαρά!...


Θόδωρος Λέλεκας