Από τον Θ. Λέλεκα 


Την Jancis Robinson MW είχα την χαρά να την γνωρίσω από κοντά τον Νοέμβριο του 2006 στο Λονδίνο. Λίγο καιρό μετά, η συνέντευξη που μου παραχώρησε και η οποία δημοσιεύτηκε στον Οινοχόο του Φεβρουαρίου 2007 ήταν η πρώτη της σε Ελληνικό μέσο. Έκτοτε κρατήσαμε επαφή και διασταυρωνόμασταν σε διάφορα οινικά events ανά τον κόσμο.

Ήταν μεγάλη η χαρά μου όταν την ξαναείδα προχτές στο Πόρτο, όπου ήταν η επίτιμη ομιλήτρια στο Πρώτο Διεθνές Συνέδριο Πορτογαλέζικου κρασιού. Η παρουσίασή της αφορούσε στις τάσεις (trends) που θα χαρακτηρίσουν τον παγκόσμιο οινικό κλάδο τα επόμενα χρόνια, κυρίως σε σχέση με μικρές οινοπαραγωγικές χώρες του παλαιού κόσμου οι οποίες πασχίζουν να αναδειχθούν και να ξεχωρίσουν από τον ανταγωνισμό. Ερμηνελυω και σας μεταφέρω τα πιο βασικά σημεία της, που είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέροντα. Κι αν για μια στιγμή ξεχάσετε ότι η Jancis αναφέρεται στην Πορτογαλία, και πιστέψετε ότι μιλάει για την Ελλάδα, κανείς (και σίγουρα όχι εγώ) δεν πρόκειται να σας κακολογήσει. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

• Το διεθνές ενδιαφέρον είναι στραμμένο εδώ και καιρό στις γηγενείς ποικιλίες κάθε οινοπαραγωγικής ζώνης. Μάλιστα αυτό τον καιρό η Jancis ολοκληρώνει ένα βιβλίο πάνω σε αυτό το θέμα, και η έρευνά της λέει ότι σήμερα υπάρχουν περίπου 1600 διαφορετικές οινοποιήσιμες ποικιλίες στον κόσμο, οι οποίες αξιοποιούνται εμπορικά. Η στροφή είναι τόσο έντονη, σε σχέση με το παρελθόν, που – όπως τόνισε η ίδια χαριτολογώντας – το Chardonnay είναι πλέον τόσο σπάνιο στην αγορά, ώστε θεωρείται «εξωτικό»! Η μόδα των «heritage varieties», όμως δεν θα διαρκέσει για πάντα, γι αυτό και όσοι ασχολούνται με αυτές σήμερα πρέπει να εργαστούν σκληρά για να τις αναδείξουν και να τις παγιώσουν στο μυαλό του οινόφιλου κοινού.

• Καλό είναι μία χώρα σαν την Πορτογαλία να σηκώσει ψηλά τη σημαία μίας βασικής της ποικιλίας (όπως η Touriga Nacional που ήταν το επίκεντρο αυτού του Συνεδρίου) η οποία να είναι εύκολη και προσιτή στο ποτήρι και το τραπέζι, αλλά και να προφέρεται σχετικά εύκολα. Αν γίνει σωστή δουλειά, τότε θα ακολουθήσουν κι άλλες ποικιλίες και το Πορτογαλέζικο κρασί θα μπορέσει να αναδειχτεί καλύτερα. Παρεμπιπτόντως, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει στο Ελληνικό κρασί, όπου τέσσερις βασικές μας ποικιλίες (το Ασύρτικο, το Μοσχοφίλερο, το Ξινόμαυρο και το Αγιωργίτικο) έχουν χαρακτηριστεί, βάσει του στρατηγικού σχεδίου για το Ελληνικό κρασί ποικιλίες-πρεσβευτές (ambassadors). Σύμφωνα με την Jancis, λοιπόν, είμαστε σε καλό δρόμο!

• Από την άλλη πλευρά, σήμερα η εύκολη πρόσβαση στην πληροφορία – κυρίως λόγω του Internet – έχει κάνει τον κόσμο πολύ μικρότερο σε σχέση με παλαιότερα, και τον οινόφιλο πολύ πιο ενημερωμένο. Το ότι κάποιες ποικιλίες έχουν ονόματα που προφέρονται δύσκολα σε άλλες γλώσσες δεν είναι πλέον δικαιολογία για να μην πηγαίνουν καλά σε εμπορικό επίπεδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Αυστριακή λευκή ποικιλία Grüner Veltliner: το όνομά της είναι σχεδόν αδύνατο να προφερθεί από οποιονδήποτε μη Γερμανόφωνο, ωστόσο το εξαιρετικό μάρκετινγκ του Αυστριακού Οργανισμού Οίνου την έχει καταστήσει απαραιτήτως παρούσα στα σπουδαιότερα οινικά «σαλόνια» της Ευρώπης και του κόσμου!

• Τα «Παλαιά Κλήματα» μπορεί να μην είναι τόσο παραγωγικά όσο τα νέα, έχουν όμως σημαντική εμπορική αξία. Επιδεικνύοντας (και αποδεικνύοντας) εμπειρία και αντοχή στο χρόνο, οπότε και παλαιωσιμότητα, ένας οινοποιός αποκτάει ουσιαστικά το δικαίωμα να πουλάει σε premium επίπεδο, και η αγορά το κατανοεί και το αποδέχεται αυτό. Έτσι λοιπόν, όταν βλέπουμε ενδείξεις όπως «Παλαιά Κλήματα», «Vieilles Vignes» κλπ, κατά πάσα πιθανότητα θα πληρώσουμε κάτι παραπάνω, αλλά λογικά θα αξίζει τον κόπο.

• Το στυλ κρασιού που αυτή τη στιγμή ζητάει η πλειονότητα του οινικού κόσμου βασίζεται στα εξής χαρακτηριστικά: όχι υψηλό αλκοόλ, φρεσκάδα, προσεκτική χρήση της δρυός του βαρελιού, ισορροπία στις τανίνες. Αν ανήκετε σε αυτήν την πλειονότητα, θα συνειδητοποιήσετε ότι σύντομα ένας μεγάλος αριθμός οινοποιείων από όλο τον κόσμο θα αρχίσει να ανταποκρίνεται στις παραπάνω επιταγές. Αν, όπως εγώ, ψάχνετε κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό, μην ανησυχείτε... Μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί λίγο παραπάνω ψάξιμο, αλλά το αποτέλεσμα σίγουρα θα αξίζει τον κόπο!...

• Οι χώρες που έχουν παράδοση, ιστορία, κλπ, πρέπει να βρουν (και) κάτι άλλο για να στηρίξουν το οινικό τους μάρκετινγκ. Όπως είπε χαρακτηριστικά η Jancis στους Πορτογάλους οινοποιούς, «Ο σύγχρονος καταναλωτής δεν θα αγοράσει τα κρασιά σας επειδή κάποιος πρόγονός σας πριν από αιώνες έχτιζε όμορφα κτίρια ή έλεγε έξυπνα λόγια». Την ίδια προσέγγιση ακολουθούν πολλές χώρες (για ποιες να μιλάει άραγε;...), σήμερα όμως ο ανταγωνισμός είναι εντονότερος από ποτέ. Αν λοιπόν η κάθε χώρα δεν βρει αυτό που κάνει τα κρασιά της μοναδικά, η ιστορία από μόνη της – όσο λαμπρή κι αν είναι – δεν θα φέρει εξαγωγές και πωλήσεις!

• Βασικό «όπλο» των οινοπαραγωγικών χωρών για την διάδοση των κρασιών τους στις μεγάλες διεθνείς αγορές είναι τα εστιατόρια που αντιπροσωπεύουν την κουζίνα τους σε αυτές. Αρκει να σκεφτούμε πόσα Γαλλικά και Ιταλικά εστιατόρια υπάρχουν σε κάθε πόλη κάθε χώρας που έχουμε επισκεφτεί, για να καταλάβουμε την συμβολή τους στην επιτυχία και τη διάδοση των κρασιών τους διεθνώς. Δυστυχώς οι Πορτογάλοι εδώ έχουν μεγάλο μειονέκτημα, καθώς η κουζίνα τους είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη εκτός Πορτογαλία (με εξαίρεση τις χώρες που κάποτε κατακτήθηκαν από τους μεγάλους Πορτογάλους θαλασσοπόρους). Και η Ελλάδα, βέβαια, δεν είναι σε πολύ καλύτερη μοίρα – Ελληνικά εστιατόρια υπάρχουν πολλά σε όλο τον κόσμο, τα περισσότερα ωστόσο απευθύνονται κυρίως στους ομογενείς μας και συνήθως σερβίρουν την δική τους προσέγγιση στην Ελληνική κουζίνα με μουσακά, ντολμαδάκια, ρετσίνα και γύρο στο μενού, με Παρθενώνες, τσολιάδες και μαιάνδρους στο φόντο, και με τα «Παιδιά του Πειραιά» για μουσική υπόκρουση. Όταν η Ελληνική κουζίνα διεκδικήσει με αποφασιστικότητα τη θέση της στην υψηλή εστίαση διεθνώς, τότε το Ελληνικό κρασί θα ακολουθήσει αυτόματα!

• Και κάτι για το τέλος: Οι οινοποιοί μίας χώρας πρέπει να πίνουν πιο τακτικά κρασιά από άλλες χώρες, και σπανιότερα κρασιά από την πατρίδα τους (και σίγουρα όχι τα δικά τους). Το ίδιο – λέω εγώ – ισχύει και για εμάς τους καταναλωτές. Αν δεν ανοίξουμε όλοι το μυαλό και τους οινικούς μας ορίζοντες, η πρόοδος σε όλα τα επίπεδα της οινικής μας κουλτούρας θα είναι πολύ αργή.

Αυτή ήταν μία περίληψη της γνώσης που μοιράστηκε μαζί μας η Jancis Robinson MW, εδώ στην Πορτογαλία. Η διάσημη οινογράφος συμπλήρωσε φέτος 35 χρόνια επαγγελματικής ενασχόλησης με το κρασί, οπότε ξέρει και βλέπει τα οινικά πράγματα όσο πολύ λίγοι στον κόσμο. Μακάρι τα λεγόμενά της να τα ερμηνεύσουμε και να τα εφαρμόσουμε όλοι – Πορτογάλοι, Έλληνες, κλπ – όπως πρέπει. Αυτοί που αξίζουν πρέπει να προοδεύσουν, και, στην πορεία, να (συνεχίσουν να) μας χαρίζουν όμορφες οινικές εμπειρίες!...




Θόδωρος Λέλεκας