Εδώ πίνουμε (κρασί) και διασκεδάζουμε!... Από τον Θ. Λέλεκα 


Είμαι ήδη κάποιες μέρες στη Βαρκελώνη και θα μείνω αρκετές ακόμα. Και παρότι έχω πρόγραμμα φορτωμένο με κάμποσες «εξω-οινικές» υποχρεώσεις, εννοείται ότι βρίσκω χρόνο να φάω, να πιω και να διασκεδάσω σε μέρη ντόπια και ψαγμένα.

Έχω να πω το εξής: Χαίρομαι πραγματικά να βρίσκομαι σε μέρη, σε πόλεις, όπου οι άνθρωποι είναι φανερό ότι θέλουν και ξέρουν να διασκεδάζουν. Η συγκεκριμένη πόλη κινείται σε Μεσογειακούς ρυθμούς ζωής και, παρά το τσουχτερό χειμωνιάτικο κρύο, τα μπαρ και οι πλατείες είναι γεμάτες με κόσμο που είναι αποφασισμένος να περάσει καλά.

Όσοι έχετε επισκεφτεί αυτή την απίστευτη πόλη, νομίζω θα συμφωνήσετε μαζί μου: η Βαρκελώνει ξέρει να πίνει κρασί! Πίνει πολύ κρασί, το αγαπάει και το χαίρεται. Το κρασί είναι παντού – στα μπαρ, στα καφέ, στα εστιατόρια – και σε κάθε του μορφή: σε μπουκάλι, σε ποτήρι, σε καράφα και σε ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Από το πιο απλό συνοικιακό καφέ ως το πιο «γκλαμουράτο» εστιατόριο, δύσκολα κάποιος που αγαπάει το κρασί θα κακοπέσει. Επιπλέον, οι κάβες, τα καταστήματα και τα σούπερ μάρκετ έχουν μεγάλη ποικιλία ετικετών – κυρίως ντόπιων, για να είμαστε ακριβείς – τις οποίες ξέρουν να παρουσιάζουν στον πελάτη με τον καλύτερο τρόπο.

Α, και κάτι βασικό: εδώ, στη χώρα των τάπας (ή των «πίντσος», όπως λένε τους μεζέδες τους οι Καταλανοί), η διασκέδαση δεν είναι απαραίτητα «υπερπαραγωγή». Δηλαδή με λίγο κρασάκι (ή και μία μπιρίτσα) και κατιτίς φαγώσιμο, ίσα για να μην πάει το ποτό «ξεροσφύρι», η βραδιά κυλάει όμορφα, αρκεί να υπάρχει όμορφη διάθεση και καλή παρέα. Γιατί αν υπάρχουν αυτά, τα περίτεχνα πιάτα και η υψηλή κουζίνα – κάποιες φορές – περιττεύουν...

Βέβαια, για να είναι η κατάσταση όπως σας την περιγράφω, υπάρχουν (και πληρούνται) κάποιες απαραίτητες και ιδιαίτερα σημαντικές προϋποθέσεις: πρώτη και καλύτερη, το γεγονός ότι υπάρχει παντού κρασί σε ποτήρι, και μάλιστα συνήθως σε εντυπωσιακά μεγάλη γκάμα. Εν τω μεταξύ, στις περισσότερες περιπτώσεις η έμφαση δεν δίνεται (μόνο) στην ετικέτα ή στο στυλ του κρασιού, αλλά και στην προέλευσή του. Με αυτόν τον τρόπο οι γνώστες εκτιμούν περισσότερο το βάθος και τον πλούτο του αμπελώνα της πατρίδας τους, ενώ οι αμύητοι ενημερώνονται και μαθαίνουν να συσχετίζουν στυλ και ποικιλίες με συγκεκριμένες οινοπαραγωγικές περιοχές.

Η δεύτερη πολύ σημαντική προϋπόθεση είναι η σωστή τιμολόγηση του κρασιού. Δεν ξέρω αν θα περίμενε κανείς ότι σε μία μεγάλη Ευρωπαϊκή μητρόπολη, η οποία τυγχάνει να είναι και ένας από τους δημοφιλέστερους προορισμούς του πλανήτη όλο το χρόνο, οι τιμές του κρασιού θα ήταν απλησίαστες, στην πραγματικότητα όμως συμβαίνει το αντίθετο. Συγκεκριμένα, τα κρασιά σε ποτήρι – τουλάχιστον στα μέρη που έχω δει εγώ ως τώρα – ξεκινούν από τα €2.50 και δεν ανεβαίνουν σε εξωφρενικά επίπεδα, ακόμα κι όταν αφορούν σε καλές ετικέτες από μεγάλες οινοπαραγωγικές περιοχές. Όσο για το κρασί στη φιάλη – κι αυτό το έχω ξαναγράψει – μπορούμε να το βρούμε σερβιρισμένο ακόμα και σε (πολύ) καλά εστιατόρια, με ποσοστό κέρδους που μπορεί και να μην ξεπερνάει το 15% επί της λιανικής του τιμής! Είναι ευνόητο ότι με αυτόν τον τρόπο ο πελάτης έχει κάθε κίνητρο να ανοίξει ένα καλό μπουκάλι με το γεύμα του, και βέβαια να ανοίξει και ένα δεύτερο – εφ’ όσον η παρέα το «σηκώνει» - χωρίς να σκεφτεί διπλά το κόστος μίας τέτοιας κίνησης.

Εμένα με ξέρετε – δεν τα γράφω όλα αυτά για να «κλαφτώ», ως Έλληνας, για το κρασί και την αντιμετώπισή του στην Ελλάδα. Άλλωστε μια χαρά περνάω στην Ελλάδα, και αναγνωρίζω ότι κάθε λαός έχει τις δικές του συνήθειες και ιδιαιτερότητες. Στο κάτω-κάτω και οι Καταλανοί, για τους οποίους τρέφω μεγάλο οινικό θαυμασμό, έχουν τα δικά τους οινικά «στραβά»: Για παράδειγμα, πίνουν σανγκρία και νομίζουν ότι πίνουν κρασί, πίνουν πολύ χύμα, ενώ αρκετοί από αυτούς αναμιγνύουν το κρασί τους – ω Θεοί! – με πορτοκαλάδα ή λεμονίτα! Αυτό που δείχνουν να διατηρούν ανέπαφο ακόμα, όμως, είναι το κέφι τους και η αγάπη τους για την καλοπέραση, όπως κι αν αυτή έρθει. Κι αυτό – δυστυχώς – είναι κάτι που αρχίζω να ζηλεύω...

Το έχω ξαναπεί και δεν θα σταματήσω να το λέω: πρέπει να προφυλάξουμε την καλή μας ψυχολογία πάσει θυσία! Αν την χάσουμε κι αυτήν, μέσα στην μιζέρια και την καταστροφολογία των ημερών, πάει, χαθήκαμε! Είτε λοιπόν μας σπρώχνει προς τα εκεί η κρίση, είτε η εξέλιξη του αστικού μοντέλου ζωής, η ουσία είναι μία: όπως λέει και η παλιά λαϊκή ρήση, «η φτώχεια θέλει καλοπέραση». Για μένα αυτό σημαίνει καλό κρασί, καλούς φίλους για να το μοιράζομαι, και κανένα νόστιμο μεζεδάκι, για να «πάει κάτω» πιο ωραία. Κι όλα τ’ άλλα θα έρθουν - που (αλλού) θα πάνε;...



Θόδωρος Λέλεκας