Νέα Ζηλανδία: Τώρα μας χρειάζεται Από τον Θ. Λέλεκα 


Τις δύσκολες ώρες που η Νέα Ζηλανδία δοκιμάζεται από τις καταστροφικές συνέπειες του πρόσφατου σεισμού, είναι ευκαιρία να θυμηθούμε την θαυμαστή πορεία της χώρας που ξεκίνησε (σχεδόν) από το μηδέν, για να γίνει παγκόσμια οινική δύναμη σε χρόνο-ρεκόρ. Ο Νεο-Ζηλανδέζικος αμπελώνας που έχει χαρίσει σε πολλούς από εμάς όμορφες ώρες οινικής απόλαυσης, είναι βασικό μέρος μία χώρας που αυτή τη στιγμή προσπαθεί να ανασκουμπωθεί μετά την πρόσφατη τραγωδία που πέρασε.

Δεν πάνε πολλά χρόνια από τότε που οι λέξεις «Νεο-Ζηλανδέζικο κρασί» αποτελούσαν ουσιαστικά ανέκδοτο στα μεγάλα οινικά «σαλόνια» του παλαιού κόσμου. Οι παραδοσιακοί του κλάδου αρνούνταν να πιστέψουν ότι η μικρή χώρα στο Νότιο ημισφαίριο, που ήταν γνωστή για τα αρνάκια και τους καταπράσινους αγρούς της, θα ήταν ποτέ σε θέση να παράξει κρασί αξιώσεων, το οποίο μάλιστα θα μπορούσε να συγκριθεί με τα μέχρι τότε δεδομένα και να βρει έστω και μία ταπεινή θέση σε λίστες και ράφια ποιότητας. Έτσι κι αλλιώς, βέβαια, μέχρι το 1990, η ίδια η χώρα προσπαθούσε μέσα από χίλια-δυο κύματα να βρει το δρόμο της και να δημιουργήσει την δική της μοναδική οινική ταυτότητα.

Κάπου εκεί, όμως, ξεκίνησε μία οινική επανάσταση που πλέον διδάσκεται στα πανεπιστήμια ως case study. Με όπλα το έξυπνο μάρκετινγκ, το δαιμόνιο αλλά και τις επενδύσεις ντόπιων και ξένων πρωτοπόρων οινοποιών και επιχειρηματιών, αλλά και την ανακάλυψη των απίστευτων δυνατοτήτων του terroir της μακρινής αυτής χώρας, οι Νεο-Ζηλανδοί βγήκαν στην διεθνή αγορά, κονταροχτυπήθηκαν με μεγάλες δυνάμεις σε έναν άνισο αγώνα και τελικά κατάφεραν με το σπαθί τους να μαγέψουν το παγκόσμιο οινικό κοινό και να διακριθούν. Σήμερα, τα Νεο-Ζηλανδέζικα κρασιά βρίσκονται παντού, καθώς καμία καλή λίστα κρασιών εστιατορίου ή κάβας δεν θεωρείται πλήρης αν δεν περιλαμβάνει κάποιες αντιπροσωπευτικές ετικέτες – είτε γνωστές, είτε πιο «ψαγμένες».

Διαβάζω στο τελευταίο αφιέρωμα του περιοδικού Decanter κάποια νούμερα σχετικά με την ραγδαία εξέλιξη του Νεο-Ζηλανδέζικου κρασιού που... κόβουν την ανάσα. Δώστε βαση: το 1990, στη Νέα Ζηλανδία υπήρχαν 131 οινοποιεία, που οινοποιούσαν σταφύλια που καλλιεργούνταν σε έκταση 48.800 στρεμάτων, παράγοντας κρασί με εξαγωγική αξία 18 εκατομμύρια δολλάρια Νέας Ζηλανδίας (1 δολάριο της χώρας ισούται με λίγο παραπάνω από μισό ευρώ). Το 2010, 20 χρόνια μετά, τα οινοποιεία έγιναν 691, η καλλιεργούμενη έκταση αυξήθηκε στα 320.000 στρέματα, και η εξαγωγική αξία του κρασιού ανήλθε στο 1 δισ. Δολλάρια Νέας Ζηλανδίας! Κι αν αυτοί οι αριθμοί δεν σας εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα, σκεφτείτε ότι αφορούν σε μία χώρα με μόλις 4.5 εκατομύρια κατοίκους, περίπου όσους έχει δηλαδή και η Αθήνα μας!

Πολλοί θεωρούν ότι όλα ξεκίνησαν από το χαρακτηριστικό Sauvignon Blanc της Νέας Ζηλανδίας που πολλοί ξέρουμε και ακόμα πιο πολλοί αγαπάμε.Και πράγματι, η πεποίθηση αυτή δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Αρχικά ο αμπελώνας κυριαρχούνταν από την Βορειο-Ευρωπαϊκής καταγωγής λευκή ποικιλία Müller Thurgau, η οποία ποτέ δεν κατάφερε να δώσει αξιόλογα κρασιά πουθενά στον κόσμο, καθώς και από κάμποσα αμπέλια Cabernet Sauvignon, τα οποία έδιναν απλά μέτρια ερυθρά κρασιά για εσωτερική κυρίως κατανάλωση. Όταν όμως οι Αυστραλοί ιδιοκτήτες του (μετέπειτα μυθικού) οινοποιείου Cloudy Bay συνειδητοποίησαν ότι το Sauvignon Blanc εκφράζεται με έναν μοναδικό, εκρηκτικά φρέσκο και «πράσινο» αρωματικό χαρακτήρα στα μέρη τους, τότε ξεκίνησε ένα νέο κεφάλαιο για τη χώρα και το κρασί της.

Η ιδιαιτερότητα του Νεο-Ζηλανδέζικου Sauvignon Blanc είναι απλά αδύνατον να περάσει απαρατήρητη. Τα «αυθάδη» αρώματα μίας τυπικής ετικέτας, που παραπέμπουν σε χορτάρι, σπανάκι, σπαράγγι ή και φρέσκο κρεμμυδάκι, σε συνδυασμό με την φρεσκάδα και την όμορφη οξύτηταέχουν κερδίσει ένα φανατικό κοινό διεθνώς. Η Νεο-Ζηλανδοί έχουν πλέον δημιουργήσει την δική τους «σχολή» στο Sauvignon Blanc, χαρίζοντας στον κόσμο κρασιά με απαράμιλλα χαρακτηριστικά. Και οι παραδοσιακοί του Sauvignon Blanc, βέβαια, εκείνοι που αγαπούν την αυστηρή τυπικότητα των λευκών του Μπορντώ ή του Λίγηρα, μπορεί να υψώνουν απαξιωτικά τη μύτη απέναντι στον νεο-κοσμίτη «φτωχο-συγγενή» από τα μικρά πράσινα νησιά στην άλλη άκρη του κόσμου, ωστόσο αναγνωρίζουν την εξαιρετική του ικανότητα να ταιριάζει τέλεια με πιάτα που «στολίζονται» από αρώματα φρέσκων χορταρικών, μυρωδικών ή βοτάνων – ξέρετε, από αυτά που συναντάμε εύκολα στην καθημερινή Ελληνική κουζίνα.

Πλέον, όμως, η Νέα Ζηλανδία δεν μας δίνει μόνο Sauvignon Blanc. Η χώρα φημίζεται και για τα κάμποσα δροσερά λευκά που παράγει από ποικιλίες όπως το Riesling, το Pinot Gris, το Gewurztraminer ή το Chardonnay, το οποίο είναι συνήθως βαρελάτο. Επιπλέον, με τα ποιοτικά Pinot Noir που παράγει, κυρίως από τη ζώνη του Central Otago, έχει αποδείξει περίτρανα στον κόσμο ότι είναι εξίσου δυνατή στην παραγωγή απολαυστικών ερυθρών κρασιών.

Σήμερα η επικαιρότητα που μας έρχεται από τη Νέα Ζηλανδία δεν είναι και η πιο ευχάριστη. Η σεισμική δραστηριότητα σε κάποιες περιοχές έχει διαταράξει την καθημερινότητα της όμορφης ζωής σε αυτής την δημοφιλή οινοπαραγωγική χώρα. Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα σας έρθει επιθυμία για ένα φρέσκο, μυρωδάτο λευκό κρασί, βάλτε ένα Νεο-Ζηλανδέζικο Sauvignon Blanc ανάμεσα στις επιλογές σας. Αν όχι (μόνο) για την δροσερή απόλαυση που θα σας προσφέρει στο τραπέζι, μπορείτε να το κάνετε και ως ένδειξη συμπαράστασης σε έναν λαό που συνεχίζει με πείσμα και πάθος να παράγει ποιοτικά κρασιά που αγαπούν εκατομμύρια οινόφιλοι ανά τον κόσμο...


Θόδωρος Λέλεκας