Σχέσεις στοργής: Η ποιότητα και η τιμή! Από τον Θ. Λέλεκα 


Τελευταία οι περισσότερες από τις οινικές συζητήσεις που παίρνει το αυτί μου έχουν να κάνουν με την τιμή του κρασιού. Πολλοί φίλοι επίσης μου ζητούν να τους προτείνω κρασιά που να είναι «καλά μεν, αλλά μην κοστίζουν και μία περιουσία». Δεν είναι παράξενο. Ζούμε σε μία εποχή που το χρήμα έχει άλλη σημασία σε σχέση με παλιότερα, και σίγουρα το υπολογίζουμε πολύ περισσότερο. Ωστόσο η έννοια της περίφημης σχέσης «ποιότητας-τιμής» είναι ένας παράγοντας που ανέκαθεν υπολογίζαμε σοβαρά (ή τουλάχιστον έπρεπε να το κάνουμε) στην επιλογή ενός κρασιού.

Η αλήθεια είναι ότι η ποιότητα στο κρασί είναι κάτι που μπορεί να οριστεί πολύ δύσκολα. Αν βέβαια ένας οινολόγος εξετάσει το κρασί σε ένα χημικό εργαστήριο, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά. Αντίστοιχα, ένας νομικός μπορεί να αποφανθεί σχετικά γρήγορα για το αν ένα κρασί αποτελεί πραγματικά «οίνο ποιότητας». Για εμάς τους καταναλωτές, ωστόσο, τα πράγματα είναι λιγάκι πιο περίπλοκα. Κι αυτό γιατί και η ποιότητα, όπως και τα περισσότερα στοιχεία που έχουν να κάνουν με το κρασί, είναι, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, υποκειμενική.

Ο πιο αντικειμενικός, ή τουλάχιστον δίκαιος, τρόπος για να εξετάσουμε την ποιότητα του κρασιού, είναι με βάση τα οργανοληπτικά του στοιχεία. Αναλύοντας, δηλαδή, παραμέτρους όπως το χρώμα, τα αρώματα της μύτης, η γεύση, η οξύτητα, η τανική δομή, το αλκοόλ, η επίγευση, κλπ. Παράλληλα πρέπει να βεβαιωθούμε ότι όλα ή τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται σε ισορροπία, δεν υπάρχουν «παραφωνίες» ή υπερβολές και κανένα στοιχείο δεν υπερέχει των άλλων, καπελώνοντάς τα. Πολύ σημαντικό επίσης είναι να διακρίνεται καθαρά η τυπικότητα ενός κρασιού, με βάση την ποικιλιακή σύνθεση ή την προέλευση. Οι ενδείξεις του terroir έχουν επίσης τη δική τους σημασία, η διαδικασία αναζήτησής τους, όμως, είναι όμως πολύ πιο πολύπλοκη και εξειδικευμένη.

Εν τέλει, ωστόσο, η ποιότητα για τον καταναλωτή έχει να κάνει με την ευχαρίστηση που του δίνει ένα κρασί. Αφήνοντας απ’ έξω παράγοντες όπως το περιβάλλον, η παρέα ή η διάθεση την ώρα που το πρωτοδοκιμάζει, αν κάποιος αισθάνεται ευχαριστημένος από το κρασί που έχει στο ποτήρι του, τότε κατά πάσα πιθανότητα το κρασί είναι καλής ποιότητας. Και ακριβώς επειδή το θέμα είναι πολύ υποκειμενικό, είναι πολύ δύσκολο να αποφανθεί κανείς για την ποιότητα ενός κρασιού που απλά δεν του αρέσει σε επίπεδο στυλ, χρώματος, αρωμάτων, κλπ.

Και πάμε στην τιμή. Η τιμή, λοιπόν, είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας στην επιλογή ενός κρασιού για την συντριπτική πλειονότητα των καταναλωτών. Το περίπλοκο στην όλη υπόθεση είναι ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές στο κόστος της γης, στο λειτουργικό κόστος, στα εργατικά και στα μεταφορικά, όπως και στη φορολογία, ανάμεσα σε χώρες, περιοχές, ακόμα και σε μεμονωμένα οινοποιεία. Έτσι, είναι σχεδόν αδύνατο να συγκρίνει κανείς σωστά και αντικειμενικά τις τιμές ανάμεσα σε δύο ή παραπάνω κρασιά και να βγάλει ακριβή συμπεράσματα. Όταν μάλιστα εξετάζουμε κρασιά σπάνια, μυθικά ή συλλεκτικά, που μπορεί να κοστίζουν πολλές εκατοντάδες ή και χιλιάδες ευρώ ανά φιάλη, τότε τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο, καθώς μπαίνουν στην «εξίσωση» κάποιες αξίες όπως η σπανιότητα, η ιστορία, το brand, κλπ, η οποίες είναι σχεδόν αδύνατον να εκτιμηθούν με ακρίβεια.

Και κάτι σημαντικό: Όπως έχουμε όλοι καταλάβει, το μεγαλύτερο μέρος των στρεβλώσεων στην τιμή του κρασιού όπως αυτό φτάνει σε εμάς, λαμβάνει χώρα στα μέρη όπου αυτό σερβίρεται, και κυρίως στα εστιατόρια. Χωρίς να θέλω να ανοίξω μία μεγάλη και ακανθώδη κουβέντα σε αυτό το σημείο, πρέπει να επισημάνω ότι το βασικό κριτήριο που πρέπει να λαμβάνουμε πάντα υπόψη είναι αυτό της προστιθέμενης αξίας (κυρίως σε επίπεδο υπηρεσιών και εξυπηρέτησης), προκειμένου να κρίνουμε κατά πόσο η τιμή στην οποία μας χρεώνεται ένα κρασί είναι δικαιολογημένη.

Έχω την εντύπωση ότι αν η ποιότητα και η τιμή ήταν ζευγάρι, η σχέση τους θα ήταν πολυτάραχη. Ο καταναλωτής, πάντως, επιμένει να τις... ζευγαρώνει, όταν πρόκειται να επιλέξει κρασί, είτε στο σημείο λιανικής πώλήσης είτε στο εστιατόριο. Καλό πάντως είναι να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν καλά ακριβά κρασιά και κακά ακριβά κρασιά. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και με τα φτηνά κρασιά. Ταυτόχρονα, δεν έχουμε όλοι την ίδια αίσθηση του ακριβού και του φτηνού, όπως και τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης του κρασιού που επιλέγουμε.

Εν τέλει, η σχέση ποιότητας-τιμής για τον οινόφιλο δεν είναι τίποτα άλλο από την απόλυτη μονάδα ικανοποίησης. Είναι το χαμόγελο που ξεκινάει με την αγορά του κρασιού, και το οποίο παραμένει μέχρι να πιούμε και την τελευταία του σταγόνα. Ή, αντίστοιχα, η χαρά που αρχίζει με την παραγγελία στο εστιατόριο και διατηρείται μέχρι και την άφιξη του λογαριασμού.

Μην ψάχνετε λοιπόν για μαθηματικούς τύπους ή χημικές αναλύσεις που καθορίζουν την σχέση ποιότητας-τιμής στο κρασί. Την επόμενη φορά που θα ξανα-αγοράσετε το ίδιο κρασί επειδή σας ικανοποίησε, που θα συστήσετε μία ετικέτα ανεπιφύλακτα σε ένα φίλο, ή που θα παραγγείλετε και δεύτερο μπουκάλι στο εστιατόριο χωρίς να το σκεφτείτε, θα την έχετε βρει!...



Θόδωρος Λέλεκας