R.Parker-Wine Advocate: Τα καλύτερα Ελληνικά κρασιά μετ'... ισορροπιών!
Από τον Τ. Πικούνη

«Μα θαρρώ πως θα τα μπλέξω, απ’ την Κική και την Κοκό ποια να διαλέξω, την Κική την αγαπώ μα μ’ αρέσει και η Κοκό…» έλεγε ο πρωταγωνιστής στην ξεχασμένη πιά οπερέτα του Ιωάννη Κομνηνού «Κική ‒ Κοκό». Αυτή τη φράση θυμήθηκα όταν διάβασα το άρθρο του Mark Squires, υπευθύνου εδώ και… άπειρα χρόνια για την Ελλάδα, στο τελευταίο τεύχος του Wine Adocate, του περιοδικού οίνου του Guru των Οινοκριτικών του κόσμου (ναι, παραμένει ο πιο αγαπητός στο ευρύ κοινό κριτικός οίνου), του Robert Parker Jr.

Το άρθρο αφορά στα καλύτερα κρασιά κάθε μιας από τις περιοχές ευθύνης του Mark Squires για τη χρονιά που πέρασε. Και είναι τόση η προσπάθεια του συγγραφέα οινοκριτικού να κρατήσει ισορροπίες, να μην «σπάσει αυγά», να μην δυσαρεστήσει κανένα από τους αγαπημένους του οινοποιούς, που θα νόμιζε κανείς ότι διαβάζει Έλληνα οινοκριτικό (του Σίμου Γεωργόπουλου και του Αργύρη Τσακίρη εξαιρουμένων). Φαίνεται ότι η Ελλάδα δεν αφήνει κανένα ανεπηρέαστο… όποιος ζήσει εδώ για κάποιο μεγάλο χρονικό διάστημα -έστω και αθροιστικά και όχι συνεχώς- «μολύνεται» με τα στραβά και ανάποδα της πατρίδας μας, γίνεται «ένας από εμάς»… κάτι σαν ισορροπιστής.

Από τον πρόλογο του άρθρου του φαίνεται ο φόβος του: «Είμαι βέβαιος ότι κάθε κριτικός βρίσκει αυτές τις περιορισμένες επιλογές πραγματικά σκληρές να τις κάνει γιατί υπάρχουν ΤΟΣΕΣ (τα κεφαλαία δικά του) πολλές επιλογές. Έτσι, μερικές φορές (όχι πάντα), επιλέγω πράγματα για να τονίσω κάτι (make a point) ή να φωτίσω ένα οινοποιείο ή μια περιοχή, παρά να αναδείξω τα πιο υψηλά σε βαθμολογία κρασιά από τις ίδιες περιοχές ξανά και ξανά. Έχω ατζέντες(?) και δεν αφορούν πάντα σε αριθμούς. Είτε έτσι είτε αλλιώς, αυτά όλα έχουν κάτι το ιδιαίτερο.»

Σε αυτό το πνεύμα -έχοντας ήδη απονευρώσει τις όποιες επιλογές θα κάνει στη συνέχεια, μπαίνει στο «ζουμί» του άρθρου. Προχωρά στην επιλογή των καλύτερων κρασιών, προσθέτοντας και πάλι (μήπως και το ξεχάσουμε!) την επιφύλαξη που διατύπωσε παραπάνω, τονίζοντας επιπλέον ότι η σειρά είναι τυχαία.

Έτσι, πρώτο κρασί σε αυτή την κατηγορία αναφέρει το Κτήμα Αργυρού 2015. Λέγοντας αμέσως μετά ότι ο Χατζηδάκης και οι «συνήθεις ύποπτοι», Σιγάλας και Γαία, έχουν κρασιά του ίδιου επιπέδου -αναφέρει συγκεκριμένα το Assyrtiko de Mylos- αλλά και ότι θεώρησε ότι έπρεπε να περιλάβει μια μόνο Σαντορίνη σε αυτή τη λίστα, «βάζοντας και κάποιους άλλους μέσα (στη λίστα) με ένα δημιουργικό ‘κλεψιμο’ (while working some others in with creative cheating)». Έτσι με αυτή το ‘creative cheating’ παίρνουν θέση στη λίστα ο Διάπορος του Κυρ-Γιάννη από το Block 5, και το Κτήμα ΑΛΦΑ - Sauvignon Blanc 2015 από το αμπελοτόπι «Καλύβια», διευκρινίζοντας παράλληλα ότι «Μισώ να ενθαρρύνω τους Έλληνες στις περιστασιακές εμμονές τους στις Γαλλικές ποικιλίες, αλλά είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι το Κτήμα Αλφα έχει γίνει ένας καταπληκτικός παραγωγός αυτών, και όχι μόνο του Ξινόμαυρου». Το οποίο Ξινόμαυρο δεν παύει να επαινεί και να δηλώνει ότι είναι η αγαπημένη του ποικιλία, η οποία πιστεύει ότι θα γίνει το επόμενο cult κρασί μετά το Ασύρτικο.

Στη συνέχεια επιλέγει τα λεγόμενα Value Wines (και εδώ χωρίς ιδιαίτερη σειρά, όπως τονίζει): Το Aa του 2015 του κτήματος Σιγάλα, την Ναουσαία 2011 του Φουντή, χαρακτηρίζοντάς το κομψό και Βουργουνδιανό, αναφέροντας ταυτόχρονα σαν εξαιρετικό και το Ξινόμαυρο.

Το τρίτο κρασί είναι η Μαντινεία Νασιάκου 2015. Εδώ η… επιφύλαξη χτυπάει ταβάνι: «Σίγουρα, υπάρχουν και άλλοι που είχαν τόσο καλή απόδοση, γιατί οι κορυφαίοι παραγωγοί στην Μαντινεία κάνουν καλή δουλειά με το Μοσχοφίλερο, ένα από τα αγαπημένα μου καλοκαιρινά λευκά αυτή την εποχή. Αλλά ας δώσουμε λίγη αγάπη(sic) αυτή τη φορά στο Νασιάκο, και να επεκτείνουμε τη γνωσιακή μας βάση(!!)». Απίστευτη απονομή… πρωτιάς -ούτε ελεημοσύνη να ήταν! Αγαπητέ μου Λεωνίδα Νασιάκο, στη θέση σου δεν θα στενοχωριόμουν: Έχεις την καλύτερη Μαντινεία (το ξέρουν και οι πέτρες), απλά ο Mark μάλλον φοβήθηκε την… οργισμένη (επιεικώς!) αντίδραση του Τσέλεπου!

Επιμύθιον: Σεβαστές οι επιλογές (έστω μετ’ επιφυλάξεων) του Mark Squires και του Wine Advocate. Απλά, αναπηδά αυθόρμητα μετά από μια τέτοια κριτική το εύλογο ερώτημα:

Μήπως παραγνωριστήκαμε, αγαπητέ Mark;


Τάσ