Σκίζουμε τις κάρτες μέλους του Club ABC Από τον Θ. Λέλεκα 


Γηγενείς ποικιλίες. Ο παλιός κόσμος τις έχει και το καυχιέται. Ο νέος κόσμος ζηλεύει θανάσιμα και σκαρφίζεται διάφορους τρόπους για να έχει κάτι παρόμοιο. Αυτή τη στιγμή αντιπροσωπεύουν ό,τι πιο εξωτικό, αυθεντικό, ψαγμένο, ιδιαίτερο, προχωρημένο στον κόσμο του κρασιού. Γι αυτό και οι ετικέτες που τις αναγράφουν συχνά γίνονται ανάρπαστες – ή και «κάλτ».

Δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Όχι, για την ακρίβεια ήταν πολύ διαφορετικά. Βλέπετε στο μεγαλύτερο μέρος του παλαιού κόσμου οι γηγενείς ποικιλίες υπήρχαν ανέκαθεν, ωστόσο άργησαν να αξιοποιηθούν εμπορικά και – κατ’ επέκταση – να αποδείξουν ότι μπορούν να σταθούν στην αγορά, και μάλιστα σε βάθος χρόνου, με επιτυχία. Και αυτή ακριβώς η καθυστέρηση, τροφοδοτούσε έναν φαύλο κύκλο: και οι καταναλωτές δεν τις αναγνώριζαν, οπότε δίσταζαν να τις προτιμήσουν «στο ράφι», και, ταυτόχρονα, οι οινοποιοί δεν είχαν την απαραίτητη εμπειρία/τεχνογνωσία να τις δουλέψουν, οπότε προτιμούσαν την πεπατημένη.

Ποια ήταν αυτή; Μα οι Γαλλικές (γηγενείς) ποικιλίες φυσικά. Αφού οι Γάλλοι ήταν οι «πρωτομάστορες» στο παγκόσμιο οινικό κλάδο, και αφού έπεισαν όλο τον κόσμο ότι τα δικά τους κρασιά είναι τα καλύτερα, καθιέρωσαν και τις ποικιλίες τους ως τις πλέον διαδεδομένες στον παγκόσμιο οινικό χάρτη. Για πολλά χρόνια – βλέπε δεκαετίες – λοιπόν, οι οινοποιοί όλου του κόσμου προτιμούσαν να καλλιεργούν και να οινοποιούν τις βασικές Γαλλικές ποικιλίες (Cabernet Sauvignon, Merlot, Chardonnay, κλπ), γιατί ήξεραν (σχεδόν) ακριβώς τι να περιμένουν από αυτές – και στο αμπέλι, και στο οινοποιείο, και στο μπουκάλι. Αντίστοιχα και ο κόσμος προτιμούσε να μην πειραματίζεται με νέες και άγνωστες ποικιλίες, αλλά να μείνει σταθερός σε αυτήν που του ταιριάζει περισσότερο.

Κακά τα ψέμματα, όμως. Όσο βαρετό ακούγεται αυτό, άλλο τόσο είναι στην πραγματικότητα. Και επειδή οι οινόφιλοι είναι το κατ’ εξοχήν κοινό που έχει γούστο, άποψη, αισθητική, αλλά και πολλές ανησυχίες, δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια: «Αγκάλιασε» κάθε πρωτοβουλία αξιοποίησης άγνωστων, γηγενών ποικιλιών από διάφορες περιοχές του κόσμου, κάνοντας αυτήν ακριβώς την πρακτική το νέο «στάνταρ» στο κρασί. Κι έτσι, από εκεί που η συνήθης παραγγελία σε ένα Ευρωπαϊκό ή Αμερικάνικο μπαρ ή εστιατόριο ήταν το Chardonnay για λευκό και το Merlot για κόκκινο κρασί, κάποια στιγμή άρχισαν να ακούγονται νέα, άγνωστα ονόματα όπως Barbera, Touriga Nacional, Tempranillo, αλλά και Verdelho, Torrontes, Macabeo, και πάει λέγοντας.

Όλη αυτή η κατάσταση, βέβαια, είναι πραγματική ευλογία για χώρες με μεγάλη οινοπαραγωγική παράδοση και βάθος, όπως η Ελλάδα. Και μας έδωσε (άλλο) ένα δυνατό κίνητρο να τελειοποιήσουμε (και σε κάποιες περιπτώσεις να διασώσουμε από παρ’ ολίγον εξαφάνιση) αρκετές γηγενείς μας ποικιλίες, που συνολικά ξεπερνούν τις 300. Και κάπως έτσι άρχισε η διεθνής αγορά να μαθαίνει το Ξινόμαυρο, το Αγιωργίτικο και τη Μαλαγουζιά, ενώ στα ράφια της εγχώριας συναντάμε πλέον όχι μόνο Βηλάνα, Σιδερίτη και Μαυροτράγανο, αλλά και Κυδωνίτσα, Κόνιαρο και Τσαπουρνάκο!

Μόνο που, όπως συμβαίνει συχνά, το παρακάναμε. Και πήγαμε από τη μία υπερβολή στην άλλη. Όχι μόνο, δηλαδή, αρχίσαμε να προτιμάμε τις πιο καινούριες γηγενείς ποικιλίες των διαφόρων χωρών, αλλά τοποθετήσαμε στο μυαλό μας τις κλασικές Γαλλικές ως βαρετές, συνηθισμένες και – πώς το λέμε στην νεοελληνική; - passé!...

Και έρχομαι στο Chardonnay, που στάθηκε και η αρχική αιτία να γράψω αυτές εδώ τις γραμμές. «Εδώ που έχουμε φτάσει με τις νέες γηγενείς ποικιλίες», έλεγε πρόσφατα η Jancis Robinson MW σε ένα συνέδριο όπου παρακολούθησα την ομιλία της, «το να βρεις Chardonnay στο ράφι πρέπει να θεωρείται εξωτική ανακάλυψη!». Και πίνοντας – συγνώμη, απολαμβάνοντας πραγματικά – το αγαπημένο μου Chardonnay Κατσαρού με το φαγητό μου τις προάλλες, συνειδητοποίησα πόσο δίκιο έχει, αλλά και πόσο λάθος είναι αυτό που συμβαίνει.

Το «Club ABC» (Anything But Chardonnay ή Οτιδήποτε Εκτός Από Chardonnay) του τίτλου, είναι μία κίνηση, ένα ρεύμα της τελευταίας δεκαετίας (ίσως να λέω και πολύ) που αποσκοπούσε ακριβώς στο να αφυπνίσει τον κόσμο προς τη μεριά των συναρπαστικών νέων ποικιλιών που μπορεί να έχει στη διάθεσή του, και στο ποτήρι του. Τέτοιου είδους αφορισμοί, όμως, όπως και τα νεύρα του πρωταγωνιστή του Sideaways που υποτίθεται ότι μισούσε το Merlot, δεν κάνουν ζημιά μόνο στην αντίστοιχη ποικιλία, αλλά αποτελούν «πισωγύρισμα» για την οινική μας κουλτούρα γενικότερα. Γιατί, όπως και στα περισσότερα πράγματα στη ζωή, μπορεί «ο νέος να είναι ωραίος», αλλά δεν παύει και «ο παλιός να είναι αλλιώς»...

Η δική μου γνώμη επί του θέματος είναι απλή. Το γούστο στο κρασί είναι καθαρά προσωπική υπόθεση, γι αυτό δεν υπάρχει σωστό και λάθος, και κάθε υπόδειξη – από οποιονδήποτε – είναι σχετική. Για να κατασταλάξουμε στο γούστο μας, όμως, πρέπει να έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα, και να δοκιμάζουμε τα πάντα χωρίς προκατάληψη ή ακρότητες. Και οι κλασικές Γαλλικές ποικιλίες που σας έλεγα πριν είναι η απαρχή της οινικής γνώσης κάθε σωστού οινόφιλου, είναι τα καλύτερα μέτρα σύγκρισης και σημεία αναφοράς, ενώ για πολλούς αποτελούν συνειδητές επιλογές απόλαυσης.

Αν, λοιπόν, σε κάποια φάση της οινικής σας πορείας σας άγγιξε με οποιοδήποτε τρόπο το «μανιφέστο» του Club ABC, η συμβουλή μου είναι να το αγνοήσετε. Θα βρείτε εξαιρετικά Chardonnay όχι μόνο από το Chablis ή την υπόλοιπη Βουργουνδία, αλλά και από την Ιταλία, την Καλιφόρνια, την Αυστραλία, τη Νότια Αφρική – και, βεβαίως, την Ελλάδα. Αν μη τι άλλο δοκιμάστε τα, και μπορεί και να τα αγαπήσετε πραγματικά. Η αγάπη για το κρασί προϋποθέτει – πάνω από όλα – δεκτικούς ουρανίσκους και ανοιχτά μυαλά!...


Θόδωρος Λέλεκας