Ασύρτικο Sur Lie... Ένα μεγάλο Ασύρτικο
Από τον Τ. Πικούνη

Αντίθετα με τους "επαγγελματίες" γευσιγνώστες-οινογνώστες, οινοκριτικούς η οινογράφους η όπως αλλιώς θέλετε να τους ονοματίσετε, αδυνατώ να κρίνω έναν κρασί με μια γουλιά, δύο αναπνοές, τρία στριφογυρίσματα στο στόμα, ένα φτύσιμο... Θέλω το χρόνο μου, θέλω να το δοκιμάσω πρώτα μόνο του, την επόμενη ημέρα να δοκιμάσω ότι απέμεινε στη φιάλη συνοδευόμενο από κάποιο ταιριαστό φαγητό. Βλέπετε, είμαι ένας απλός φίλος του κρασιού, και κάποιες από τις ικανότητες των επαγγελματιών μου λείπουν...

Δεν σας κρύβω επίσης δυο πράγματα: Το πρώτο, ότι θεωρώ τα Ασύρτικα εκτός Σαντορίνης σαν κάπως ...μη Ασύρτικα, αφού τα χαρακτηριστικά τους είναι τελείως διαφορετικά. Το δεύτερο, ότι πολλές φορές διαφωνώ με τις κρίσεις των ειδικών για κάποιο κρασί, μη εξαιρουμένου και του Συμβούλου Οίνου του House of Wine Γρηγόρη Μιχαήλου AIWS. Βλέπετε, κάποιοι κριτικοί οίνου μπορεί να έχουν ξεπεράσει τα απλά αρώματα, γεύσεις κλπ και να εκτιμούν σε ένα κρασί πράγματα που ένας απλός οινόφιλος δεν μπορεί να εκτιμήσει αλλά πιθανόν να μην του είναι και αρεστά... Συμβαίνει σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις, όπως π.χ. στη μουσική όπου ήχοι αρεστοί σε ένα εξειδικευμένο στη μουσική αυτί μπορεί να είναι ανυπόφοροι για τον απλό φίλο της μουσικής.

Έχοντας πει τα παραπάνω, έρχομαι στο θέμα μου, που δεν είναι άλλο από ένα Ασύρτικο εκτός Σαντορίνης, το Ασύρτικο Βρυνιώτη Sur Lie 2013, για το οποίο από τη στιγμή που βγήκε στην αγορά, έχουν γραφεί πολλά για αυτό, από πολύ καλά μέχρι ...διθυραμβικά! Ο Γρηγόρης π.χ. το θεωρεί το καλύτερο εκτός Σαντορίνης Ασύρτικο, και στα σχόλιά του στο House of Wine το συγκρίνει ευθέως με τα μεγάλα Ασύρτικα της Σαντορίνης!

Έχοντας μόλις πριν μια εβδομάδα περίπου γράψει το άρθρο "Είναι τα Ασύρτικα... Ασύρτικα;" όπου προσπάθησα να δώσω τις διαφορές αλλά και την αδυναμία σύγκρισης μεταξύ των τόσο διαφορετικών Ασυρτικων Σαντορίνης και υπόλοιπης Ελλάδας, είναι προφανές ότι με το που βρέθηκε το Ασύρτικο Sur Lie στα ράφια μας θέλησα να το δοκιμάσω. Έτσι, "φόρτωσα" στο Μιχάλη όταν ξεκίνησε για τις διακοπές του δύο φιάλες από το κρασί που μου τις έφερε στην Τσαγκαράδα όπου βρίσκομαι αρκετό καιρό... Να σημειώσω εδώ ότι το είχα ήδη δοκιμάσει "στα γρήγορα" σε μια γευστική δοκιμή και η εντύπωση που είχα αποκομίσει ήταν καλή, αλλά δεν θυμόμουν τίποτα από τα συγκλονιστικά που γράφτηκαν για αυτό... Αλλά, ο Γρηγόρης είναι ...Γρηγόρης, και αν είναι πιθανό να έχεις διαφορετική άποψη από αυτόν για ένα κρασί, καλό είναι να την τεκμηριώσεις (όσο μπορείς, βέβαια!). Ομολογώ λοιπόν ξεκάθαρα το "κρίμα" μου: Ξεκίνησα τη δοκιμή προκατειλημμένος ότι κάπου υπήρχε υπερβολή...
Απόγευμα λοιπόν, με θέα τα νησιά των Σποράδων που η δύση τα φώτιζε με ένα απόκοσμο ροζ χρώμα (είπαμε... το περιβάλλον παίζει πάντα ρόλο στη δοκιμή!) άνοιξα την πρώτη φιάλη. Μόλις είχε βγει από το ψυγείο, όπου είχε αποθηκευτεί εκεί επίτηδες, αφού ήθελα να έχω την πρώτη εντύπωση που έχει ο απλός καταναλωτής όταν ανοίξει τη φιάλη... και ο απλός καταναλωτής δεν έχει συνήθως wine cooler, ούτε θα αφήσει το κρασί (συνήθως) να φτάσει στη σωστή του θερμοκρασία. Και η πρώτη εντύπωση -έστω και κάτω από λανθασμένες συνθήκες δοκιμής- παίζει ρόλο...

Το παγωμένο κρασί δεν είχε σχεδόν καθόλου αρώματα... είχε όμως φρεσκάδα από μια οξύτητα που "έκοβε" σαν ξυράφι... Αυτό σε αντίθεση με άλλα εκτός Σαντορίνης Ασύρτικα, που σου δίνουν αμέσως την πρόγευση -έστω- των αρωμάτων τους, ακόμα και πολύ κρύα... Ένα σημείο που αμέσως το ξεχωρίζει από άλλα Ασύρτικα της ηπειρωτικής Ελλάδας, μαζί επίσης με την τόσο κοφτερή οξύτητά του...

Η δεύτερη δοκιμή έγινε όταν το κρασί έφτασε περίπου σε θερμοκρασία σερβιρίσματος λευκού, αρκετά γρήγορα χάρη στην γλυκιά καλοκαιρινή βραδιά... Εκεί και η έκπληξη.

Δεν χρειάστηκε να φτάσει πολύ κοντά στη μύτη για να διακρίνω τον πλούτο των λεπτών του αρωμάτων... Αρώματα φρέσκου λεμονιού είναι τα κυρίαρχα, στολισμένα με λεπτές, πολύπλοκες αρωματικές νότες γιασεμιού και νυχτολούλουδων. Απόλυτα συμπληρωματικές του λεμονάτου αρωματικού σώματος, εναλλάσσονται σε ένταση μεταξύ τους. Μετά την πρώτη γουλιά έρχονται τα αρώματα του στόματος, της λεμονάτης οξύτητας να αποτελέσουν το περιβάλλον των προηγούμενων.... Η εξαιρετική φρεσκάδα, αυτή η αίσθηση του δροσερού ανοιξιάτικου πρωινού αέρα στην εξοχή που ανεβαίνει και στη μύτη, μαζί με την κυρίαρχη γεύση λεμονιού, εντυπωσιακά ισορροπημένη και λεπτή, δίνει την αίσθηση της απόλυτης, αλλά σχετικά αυστηρής κομψότητας.

Θα σταθώ εδώ στο θέμα της κομψότητας, και θα ζητήσω τη βοήθεια των τεχνών για να την εξηγήσω, με πρώτη τη μουσική, την τέχνη που -κατά την ταπεινή μου γνώμη- έχει τη μεγαλύτερη σχέση με την οινίκη απόλαυση. Το Ασύρτικο Sur Lie δεν έχει την παιγνιδιάρικη κομψότητα μιας σονάτας του Μότσαρτ... Πλησιάζει περισσότερο στην αίσθηση που δίνουν πρελούδια και οι φούγκες του Μπαχ. Δεν έχει τη απόλυτη δωρική κομψότητα μιας Κόρης του Παρθενώνα ούτε την αισθησιακή χάρη της Αφροδίτης της Μήλου... Βρίσκεται κάπου ανάμεσά