Με το βλέμμα προς τα πίσω, απο τον παππού μέχρι τον Περικλή
Από τον Τ. Πικούνη

Γιατί εξιδανικεύουμε το παρελθόν; Γιατί κάθε παραδοσιακό και καλό; Γιατί οτι φτιάχνουμε εμείς στο σπίτι οφείλει να είναι το καλύτερο; Από τσίπουρο, ρακή κα ούζο μέχρι κρασί "από το βαρελάκι μας", όλα συνδυάζονται με ένα γνήσιο ...μίσος για κάθε τι νέο, τεχνολογικά προηγμένο, τυποποιημένο. Αν ο παππούς χρησιμοποιούσε σβουνιά για να κάψει το τσίπουρο, θα πρέπει και εμείς να τη βρούμε...

Αφορμή για αυτό το σημείωμα μου έδωσε ο φίλος αλλά και φίλος του καλού κρασιού Μανώλης που …τόλμησε να ανεβάσει ανάρτηση στο Facebook για το κακό Βουλγάρικο χύμα που "βαφτίζεται" "δικό μας" κλπ κλπ. Αν διαβάζατε τα σχόλια φίλων που έπεσαν να τον … κατασπαράξουν θα καταλαβαίνατε πόσο το χύμα, το "Δικό μας βαρελάκι" είναι συνυφασμένο με το DNA μας όπως και η καχυποψία για κάθε τι το τυποποιημένο... Αυτός ο "αλάνθαστος" παππούς μας με τα αγνά κρασιά και τρόφιμα, το ιδανικό του κάθε Έλληνα μας κυνηγάει μια ζωή....

Σκεφτήκατε ποτέ γιατί το ελληνικό κατσικάκι είναι καλύτερο από το εισαγόμενο; Πως συνδυάζεται η τόση αφοσίωσή μας στα «δικά μας» προϊόντα με την έμφυτη καχυποψία μας ότι όλα είναι νοθευμένα; Γιατί τόση εμπιστοσύνη στη φέτα από το χωριό, στο αγνό λάδι της θείας στον τενεκέ, στο χύμα κρασί από το καρβουνιάρικο στο πλαστικό μπουκάλι του νερού; Γιατί τελικά εξιδανικεύουμε χωρίς σκέψη ότι παλιό, παραδοσιακό, ότι του παρελθόντος, κρατώντας τα "ρομαντικά" στοιχεία και ξεχνώντας η αγνοώντας τη στυγνή πραγματικότητα εκείνης της εποχής;

Η γραφική λαϊκή αυλή με το πηγάδι στη μέση και τα χαμόσπιτα γύρω της με τις στάμνες στις πόρτες κατοικούνταν από τα "φτωχά παιδιά με τα ιδανικά" αλλά έκρυβαν μέσα τους και τη φυματίωση, τη δυσεντερία, την ξυλόκουμπα η το μαγκάλι, την πείνα και την ασύλληπτη φτώχια...

Ο γραφικός μπακαλάκος των ελληνικών ταινιών και ο ανερχόμενος βιομήχανος Κωνσταντάρας ήσαν πολύ στυγνότεροι εργοδότες από τους αντίστοιχους σημερινούς... Τα 8 ώρα, οι άδειες ήταν άγνωστα, η δουλειά άρχιζε το πρωί και τέλειωνε τη νύχτα...
Αν πιστεύουμε σήμερα ότι όλα τα «παλιά», από κοινωνικές σχέσεις μέχρι τρόφιμα και προϊόντα ήσαν τότε αγνά και ανόθευτα, μάλλον κάνουμε σοβαρό λάθος…
Ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει η νοσταλγία για το κρασί... Ναι, εκείνο το κρασί που έφτιαχνε ο παππούς, με τα αγνά υλικά, με μούστο που αγόραζε από τα Μεσόγεια, στο βαρελάκι του στην αυλή, χωρίς συντηρητικά... αγνό όπως η Μαρία Παρθένος! Και βλέπουμε αυτή τη νοσταλγία (που να σημειώσουμε κανείς από τους νοσταλγούς δεν την έζησε παρά μέσα από τις Ελληνικές ταινίες του παλιού κινηματογράφου, με τον Ορέστη Μακρή να καταφεύγει στο κρασί για να πνίξει τον πόνο του στους διάφορους "Μεθύστακες"...

Ένα ακόμα ψέμα από τα τόσα του παλιού "καλού" ελληνικού κινηματογράφου... δυστυχώς. Όπως ψέμα ήταν η "αναρρίχηση" του πάμφτωχου πλην αγνού νέου στην πυραμίδα της εταιρείας που εργαζόταν μέσω του έρωτά του με την κόρη του αφεντικού, όπως ψέμα ήταν η ευτυχία της "αυλής" ή η "λαμπρή" εικόνα μιας ανερχόμενης κοινωνίας ευκαιριών, έτσι ψέμα ήταν και το "παλιό, καλό αγνό κρασί"... Ένα κρασί κάκιστης ποιότητας, από άγνωστης προέλευσης μούστους, που σήμερα θα το έφτυναν και οι μεγαλύτεροι λάτρεις του "χύμα"... που γινόταν ξύδι σε ελάχιστες εβδομάδες, και που ο παππούς επέμενε να το πίνει σαν "σώσμα". Πικρό, στυφό ή ξινό, οινοποιημένο σε βαρέλια απείρων ετών που δεν καθαρίστηκαν ποτέ, αυτό το κρασί αποτελεί σήμερα το πρότυπο μιας μερίδας ανθρώπων που αγαπούν το "χύμα", και νοσταλγούν εκείνο το κρασί του παππού που ποτέ δεν δοκίμασαν.

Σε αυτό το θρύλο στηρίζεται η "επιτυχία" εκείνων των απατεώνων που εισάγουν βουλγάρικο κρασί άγνωστης προέλευσης και το βαφτίζουν "δικό μας", Ελληνικό, που ο ταβερνιάρης το αγοράζει κάτι δεκάρες το λίτρο και το πουλά 20 και 30 φορές επάνω στους πιστούς "νοσταλγούς" της παράδοσης... μιας παράδοσης κατασκευασμένης, ωραιοποιημένης, από την οποία δυστυχώς δεν μπορούμε να ξεφύγουμε, να την αφήσουμε πίσω και όχι μόνο στο κρασί...


Τάσος Πικούνης