Wine bars: Μια επίσκεψη στη «βασίλισσα» του Δήθεν…
Από τον Τ. Πικούνη

Δεν θα έγραφα αυτό το άρθρο αν επρόκειτο για μιά επίσκεψη σε ένα μέτριο ή κακό Wine Bar... έχω δει αρκετά τέτοια. Το γράφω αφ' ενός γιατί γίνεται μια προσπάθεια να "ντυθούν" και να δικαιολογήθούν εκ των προτέρων αδυναμίες βάσει μιας απαξιωτικής των πάντων θεωρίας, που κάνει το επιτυχημένο ντροπή, το καθιερωμένο απαράδεκτο, το "δικό" μας τέλειο,τη φτήνεια ιδανικό. Που απαξιώνει σοβαρές προσπάθειες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα στο χώρο. Αλλά και πάλι δεν θα το έγραφα αν δεν συνέτρεχε και δεύτερος λογος: Ο συνδυασμός των παραπάνω με μια σχεδόν "συνωμοσία" των "ανθρώπων" του κρασιού να υποστηριξουν τις προθέσεις του "δικού τους" ανθρώπου και να τις προβαλλουν σε μια απαράδεκτη σε όλα σχεδόν υλοποίηση, να κάνουν τη μέρα νύχτα, το μαύρο άσπρο με μια σχεδόν οργουελιανή γλώσα που βαφτίζει το φτηνό  minimal, τις αδυναμίες σε "αξίες", τις αποτυχίες σε προθέσεις, όλα σε βάρος των καταναλωτών, έκανε τη συγγραφή αυτού του άρθρου σχεδόν υποχρέωση μου.


Νύχτα, γύρω στις 10:30...


Τα φώτα ελάχιστα, τα περαστικά αυτοκίνητα λιγοστά. Στην περιοχή δύσκολα αισθάνεσαι άνετα να περπατάς μόνος αυτή την ώρα. Το ταξί με φέρνει στη διεύθυνση που του είχα δώσει. Στη διεύθυνση του wine bar που άνοιξε πρόσφατα και για το οποίο έχουν γραφεί διθυραμβικές κριτικές από "ειδικούς" του κρασιού και της εστίασης.

Πληρώνω, κατεβαίνω... Δεν υπάρχει τίποτα στη γωνία που θα όφειλε να βρίσκεται, παρά μόνο μια εγκαταλειμμένη αποθήκη. Περπατώ προς τα πίσω, να βρω κάποια επιγραφή... Τίποτα. Μπαίνω στο σκοτεινό στενό, όχι χωρίς κάποιο σφίξιμο. Τίποτα και εδώ. Ούτε ένα φως, ούτε μια επιγραφή στο δρόμο. Φτάνω μέχρι το τέλος, γυρίζω πίσω, ψυχή άλλη δεν υπάρχει γύρω. Σίγουρα έχω κάνει λάθος. Ανοίγω το κινητό, κοιτάζω τη διεύθυνση... και όμως εδώ θα έπρεπε να είναι. Γυρίζω πίσω στη λεωφόρο, κοιτάζω πίσω μου στο στενό. Τότε βλέπω την παλιά σιδερένια πόρτα. Μισάνοιχτη. Μπαίνω πάλι στο στενό, πλησιάζω την πόρτα. Διστάζω να την ανοίξω. Και αν "μου την πέσει" κάποιος "θαμώνας" της παλιάς αποθήκης; Μαζεύω τα κουράγια μου, την μισανοίγω. Βλέπω ένα γυάλινο προθάλαμο με θαμπά τζάμια. Προχωρώ, ανοίγω τη δεύτερη πόρτα, βάζω διστακτικά το κεφάλι μου μέσα. Ναι... εδώ είναι.

Ένας τεράστιος χώρος μιας παλιάς αποθήκης. Στη μέση του χώρου μια μπάρα σε σχήμα τετράγωνο, στη μέση της ποτά, 4-5 άτομα κάθονται γύρω της, πίσω της λιγοστά τραπέζια φαγητού, μπροστά της τραπεζάκια των 2 ατόμων στη σειρά, σαν στρατιωτάκια. Όλα άδεια. Η μουσική μόλις που ακούγεται. Δεξιά, ένας κατάφωτος γυάλινος χώρος, στο πάτωμα πεταμένα χαρτόκουτα, στο πλάι μια ραφιέρα με κρασιά.

Δάπεδο από τσιμεντοκονία, τοίχοι άφτιαχτοι, όπως τους άφησαν σημαδεμένους τα δεκάδες χρόνια που πέρασαν, με ελάχιστες επεμβάσεις.

Προχωρώ διστακτικά προς την μπάρα, όλο το προσωπικό πίσω της με κοιτάζει. Βλοσυρά. Έχω να δω τόσο βλοσυρά πρόσωπα πίσω από μπάρα από την επίσκεψή μου στο Oinoscent. Μια κυρία στο βάθος -προφανώς τoυ καταστήματος- με πλησιάζει. Μάλλον, βλέποντας το δισταγμό μου, προσπαθεί να μου δώσει... θάρρος! "Ελάτε" μου λέει... “Καθίστε”. Κάθομαι στη μπάρα, δυο χαρτιά από στρατσόχαρτο μπροστά μου. Τα ανοίγω, είναι ο κατάλογος φαγητού ο ένας, κρασιού ο άλλος. Ο πρώτος περιέχει γύρω στα 6-7 "πρώτα", σαλάτες βασικά και ένα μόνο κυρίως πιάτο. 3/4 της σελίδας όλο και όλο... "Δεν μπορεί" σκέφτομαι... Με αυτά θα συνοδευτούν τα περίφημα κρασιά της περίφημης κάβας του περίφημου ιδιοκτήτη, που μας έταξε τόσο ο ίδιος όσο και οι διάφοροι "θαυμαστές" των προθέσεών του;

Ναι, το καταλάβατε... OK, έχω αρχίσει να τα "παίρνω"...

Ανοίγω τον κατάλογο των κρασιών. Δεν πιστεύω στα μάτια μου: Τα κρασιά από 2,5 ευρώ το ποτήρι, πάμφθηνα. Μόνο που... δεν τα ήξερα, τα περισσότερα! Πάω στη δεύτερη σελίδα (Ναι, η "λίστα" των κρασιών ήταν πιο... πλούσια από τον κατάλογο φαγητών) ψάχνοντας για τα μεγάλα κρασιά... τίποτα. Τα ίδια και χειρότερα. Ελάχιστα τα γνωστά, απολύτως άγνωστα τα... άγνωστα! Για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ κρασιά μικρών παραγωγών. Εννοώ κρασιά πραγματικά.. άγνωστα. Για να το πω στην αργκό του μαγαζιού, "αυθεντικά" άγνωστα!  "...Το σίγουρο είναι ότι θα βρείτε ένα υπεραναλυτικό wine list που μπορεί να καλύψει και τον πιο απαιτητικό οινογευσιγνώστη..." έγραψε το clickatlife... Μάλιστα...

Η ευγενική κυρία με πλησιάζει: "Θα πάρετε κάτι" μου λέει. "Περιμένω παρέα" της απαντώ. "Θα βγω έξω να τους περιμένω, δεν θα το βρουν". "Μπα, μην ανησυχείτε" μου απαντά χαμογελώντας. "όλοι το βρίσκουν τελικά(!), αλλά και όταν δεν το βρίσκουν, μας παίρνουν τηλέφωνο(!!)". Ναι, επι λέξει, όπως το γράφω!

Περιμένω λίγο ακόμα, έχω έρθει νωρίς. Κοιτάζω το χώρο. Είχα διαβάσει για το "μίνιμαλ" για την επιζητούμενη "αυθεντικότητα" (τίνος; της... αποθήκης;). Επειδή είμαι Αρχιτέκτων με αρκετά βραβεία στην πλάτη μου, επειδή έχω δει μερικές εκατοντάδες "μίνιμαλ" χώρους, πολλούς στο εξωτερικό και λίγους καλούς στη χώρα μας, μπορώ να ξεχωρίσω το minimal από το... μίνιμαλ, το φτηνιάρικο. Οι πιο ακριβοί χώροι είναι οι minimal... και το άλλοθι της φτήνιας στη χώρα μας είναι το παρεξηγημένο ελληνικό μίνιμαλ πάλι. Όποιος δεν έχει budget, όποιος δεν θέλει να δώσει λεφτά, καταφεύγει στο μίνιμαλ και στο "αυθεντικό". Τώρα, γιατί πρέπει να πιω το πανάκριβο κρασί μου σε μια "αυθεντική" παλιά αποθήκη, με φθαρμένες πόρτες, στιμεντένιο "αυθεντικό" δάπεδο, άβαφη, άφτιαχτη, τεράστια, κρύα, χωρίς καμιά αισθητική αξία, δυσκολεύομαι να το καταλάβω. Ελπίζω και οι τουαλέτες να μην είναι το ίδιο "αυθεντικές" ή μίνιμαλ- δεν τις επισκέφθηκα, πάντως στις πόρτες το "WC" ή ότι έγραφε τέλος πάντων, ήταν γραμμένο με αυθεντική, μίνιμαλ κιμωλία...

Σηκώνομαι, βγαίνω έξω. Η παρέα μου -αλλά και μια άλλη κυρία- ψάχνουν να βρουν τον "νέο Οινικό προορισμό της Αθήνας" (λόγια κριτικού που επισκέφτηκε το "μαγαζί").

Τους προειδοποιώ: "Το θέαμα μπορεί να μην είναι κατάλληλο για ανθρώπους χωρίς γερά νεύρα"... Επιστρέφουμε στην μπάρα, παραγγέλλουμε ποτήρι σαμπάνια. Της μόνης του καταλόγου. Η ίδια απορία με εμένα και από αυτούς, τα ίδια σχόλια... Κοιταζόμαστε. Είναι προφανές ότι όλοι θέλουν να φύγουμε. Η καλή συμπεριφορά βέβαια απαιτεί να μείνουμε λίγο, να μη φύγουμε αμέσως. Έχουν έρθει ακόμα μερικά ζευγάρια, ο χώρος απογοητευτικά άδειος. Τεράστιος. Κρύος. Απωθητικός. Ούτε η παραμικρή ζεστασιά. Η μουσική ούτε που ακούγεται. Θλίψη... ( "στιλ επιμελώς… work in progress"(!!) το περιγράφει το Athinorama.gr... το οργουελιανό newSpeak σε όλο του το μεγαλείο!)

Σηκωνόμαστε, πληρώνουμε, ξεκινάμε να βγούμε από το "ναό του οίνου". Μια φίλη από την παρέα χαιρετά με εγκαρδιότητα τον -προφανώς- ιδιοκτήτη που μόλις φάνηκε. Με συστήνει. Κουβεντιάζουμε για λίγο. "Έχει γίνει χαμός!" μας λέει. "Υπάρχει μεγάλη αποδοχή σε αυτό που κάνουμε" συνεχίζει. Κοιτάζω γύρω μου. Αυτή την ώρα στο By the Glass δεν πέφτει καρφίτσα. Τον ρωτώ ευθέως: "Τι κάνετε δηλαδή;". "Έχουμε φτιάξει ένα wine bar όπως θα έπρεπε να είναι τα wine bars..." μου απαντά. "Αυθεντικό. Δεν απευθυνόμαστε σε αυτούς που στριφογυρίζουν τα ποτήρια, στους "δήθεν". Απευθυνόμαστε σε αυτούς που πραγματικά αγαπούν το κρασί, που αναζητούν μια αυθεντική εμπειρία". Δεν απαντώ. Αδυνατώ να κατανοήσω το ...αξίωμα του πως πρέπει να είναι ένα "αυθεντικό" wine bar.
 "Δεν έχετε μια επιγραφή" του λέω. "Γιατί;" "Όσοι θέλουν να έρθουν εδώ μας ξέρουν" μου απαντά. "Δεν χρειάζονται ταμπέλες. Θα μας βρουν". Επιμένω: "Τι κακό βρίσκεται σε μια επιγραφή; Υπάρχουν επιγραφές αριστουργήματα τέχνης, κλασσικές. Μέρος της αισθητικής εμπειρίας". Δεν μου απαντά. Συνεχίζω: "Δεν βρήκαμε τα μεγάλα κρασιά που περιμέναμε. Δεν υπάρχουν στον κατάλογο" παρατηρώ. "Ναι, ακόμα τα καταγράφουμε. Και δεν ξέρω αν θα μπουν στον κατάλογο, τελικά. Όποιος θέλει, μπαίνει στην κάβα και διαλέγει αυτό που θέλει".

 Και αυτός που δεν ξέρει; αναρωτιέμαι από μέσα μου... Αυτός, που δεν "στριφογυρίζει το ποτήρι", πως θα διαλέξει; Και ποιός θα πληρώσει αυτά τα πανάκριβα κρασιά, αν όχι αυτός που "στριφογυρίζει το ποτήρι"; Και με τι θα τα συνοδεύσει; Με... σαλάτα και ένα πιάτο από αυτό τον κατάλογο, που όπως έγραψε σημαντικός κριτικός οίνου για αυτόν "...σχεδιασμένος να συνοδεύει το κρασί κι όχι να το ανταγωνίζεται"(!). Πού κρύφτηκε τόσο επιμελώς το "...Στίλτον ενός ολοκλήρου έτους και (τα) συγκλονιστικά κρασιά..." όπως το Penfold's Grange που δοκίμασε η κα Λαμπράκη και που στοιχίζει μια μικρή περιουσία; Εγώ πάντως δεν το είδα. Σε κανένα κατάλογο, ούτε το Stilton ούτε το Grange. Μήπως είναι μόνο για "αυτούς που στριφογυρίζουν το ποτήρι", για τους κριτικούς του οίνου με στήλη και fb account με χιλιάδες Likes, μόνο για "κεράσματα" με... νόημα και σκοπό, και όχι για τους πληβείους "που πραγματικά αγαπούν το κρασί", κατά τη δήλωση του ιδιοκτήτη;;

Δεν συνεχίζω. Του ευχόμαστε καλή επιτυχία, χαιρετούμε και φεύγουμε.

Στην έξοδο, η καλή μου φίλη από την παρέα μου λέει γελώντας: "Καλά... εδώ θα με έκανες βασίλισσα;;;". "Όχι", της απαντώ. "Θα πάμε αλλού για τη... στέψη"

Σε 20 λεπτά μπαίνουμε στο "Corks & Forks" στην Πειραϊκή. Ασφυκτικά γεμάτο, κυρίως με νέους ανθρώπους, που γελάνε, μιλάνε... Χριστουγεννιάτικος διάκοσμος, λαμπιόνια, φωτάκια, κεράκια, ζεστασιά, χαρούμενη ατμόσφαιρα, θόρυβος, μουσική που... ακούγεται. Καθόμαστε στο τραπέζι μας... Παραγγέλλουμε το κρασί μας. "Σύνορο Σκούρα"... ένα κλασσικό... "δήθεν" κρασί, που έλειπε βέβαια από τη λίστα του "ναού"...

Ένα "Ούφ" ανακούφισης βγαίνει ταυτόχρονα και από τους δυό μας, με την πρώτη γουλιά... Μετά την "αυθεντική" κουλτούρα της μιζέριας των 60s (την έχω ζήσει στο πετσί μου, καθότι και Αρχιτέκτονας και κάποιας ηλικίας), του "minimal made in Greece", επιτέλους, επιστροφή στο "δήθεν" της ζωντάνιας, του κεφιού, της ζεστασιάς, του καλού κρασιού. Επιστροφή στο σήμερα. Η εικόνα των '70 με πάγωσε...

Στριφογυρίζω το κρασί στο ποτήρι μου. Δεν το κάνω συχνά. Σήμερα όμως το απολαμβάνω!!!! Σκάμε και οι δυό στα γέλια...


Επιμύθιον 1:

Ευτυχώς που επισκέφθηκα το "πρότυπο των wine bars" με παρέα... αλλιώς μπορεί και να έπειθα τον εαυτό μου ότι είμαι τρελός!

Ζητώ την κατανόησή σας για το θυμό μου. Αλλά ναι, θύμωσα!

Δεν με αφορούν οι "καλές προθέσεις"... Ούτε το παρελθόν των ιδιοκτητών των wine bars. Με αφορά αυτό που υλοποιείται. Το αποτέλεσμα. Με αφορά σαν καταναλωτή, που διαβάζω κριτικές έγκριτων δημοσιογράφων οίνου και γεύσης για το τι είναι αξιόλογο. Για να με κατευθύνουν. Είναι συχνό φαινόμενο στη χώρα μας η "δίκη προθέσεων": Το να "δικάζεις" δηλαδή κάποιον βάσει μόνο των διαφαινομένων (από εσένα συνήθως) προθέσεών του. Αλλά πρώτη φορά είδα "Θαυμασμό προθέσεων" και μετά την υλοποίηση κάποιου project. Και τύφλωση στο τελικό αποτέλεσμα.

Η "λάμψη" του ιδιοκτήτη, του Chef, του Sommelier τυφλώνει; Μας κάνει να μην βλέπουμε το αποτέλεσμα, αλλά αυτό να χάνεται και να μεταμορφώνεται μέσα από παραμορφωτικά γυαλιά, μέσα από την πίστη μας ότι οτιδήποτε ΑΥΤΟΣ κάνει θα είναι οπωσδήποτε τέλειο; Είναι καθήκον των "κριτικών" γεύσης και οίνου να υποστηρίξουν μια προσπάθεια ανθρώπων του χώρου πάση θυσία και εις βάρος των καταναλωτών, τους οποίους υποτίθεται ότι κατευθύνουν και υπηρετούν; Να κλείνουν αυτιά σε θεωρίες απίστευτες που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, σε δηθενιές, σε κουλτούρες του φτηνιάρικου που μετονομάζεται σε μίνιμαλ...

Ας τελειώνουμε πια με το Minimal, αυτό το άλλοθι του φτηνιάρικου. Minimal είναι η Cookovaya... όπου για να επιτευχθεί το minimal αποτέλεσμα δαπανήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Ευρώ (όπως το γράφω: Εκατοντάδες χιλιάδες). Όπου πίσω από την προσπάθεια υπήρξε μια θεωρία, ένας στόχος, ένα όραμα. Που υλοποιήθηκε ακριβώς όπως διατυπώθηκε. Με σκαμπανεβάσματα, ναι. Με διορθώσεις, ναι. Που υλοποιείται ακόμα και τώρα, που εξελίσσεται. Που πέτυχε.

Επιμυθιον 2:

"Σοκ! Το πιο εντυπωσιακό νέο μπαρ της πόλης δεν θα σερβίρει κοκτέιλ!!" μας πληροφορεί η propaganda.gr... Τι λετε τώρα!!!!

Μπορεί να κάνει κανείς στο μαγαζί του ότι θέλει. Και να δηλώσει ευθαρσώς "Γατί έτσι μου αρέσει". Αλλά, παρακαλώ, παρακαλώ θερμά, ας αφήσει τις θεωρίες απ' έξω! Τα μεγάλα λόγια, τις μεγάλες κουβέντες, στους μεγάλους "σκοπούς". Τις ανακολουθίες. Τις βαρύγδουπες θεωρίες. Τα αξιώματα για το πως πρέπει να είναι η πλατωνική ιδέα του wine bar!!! Μου θυμίζουν όλα αυτά τους πάμπλουτους αριστερούς. Όπου η αριστερά τους δεν (θέλει να) γνωρίζει τι ποιεί η δεξιά τους. Εδώ η πίτα φαγώθηκε ήδη από το σκύλο... αφήστε τον λοιπό χορτάτο και ξεχάστε την πίτα.

Χωρίς τύψεις όμως... και χωρίς θεωρίες, please....


Στην υγειά σας!


Τάσος Πικούνης