ΞινόμαυροΑπό τον Γ. Μιχαήλο


Αναρωτιέμαι αν στην Ελλάδα της αποσύνθεσης καταφέρουμε να βουλιάξουμε και το καράβι, τι θα μας απομείνει… Μόνο η ελιά και το αμπέλι; Δεν λέω… Ευλογημένη η θάλασσα για αυτόν τον τόπο, αλλά αυτή η ‘άτιμη’ γωνιά στεριάς, που λέγεται ότι ο Θεός είχε φυλάξει αρχικά για τον εαυτό του, μας προίκισε με σπάνιους θησαυρούς.

Υπάρχουν πράγματα σε αυτόν τον τόπο που δεν θα βρεις πουθενά αλλού σε ολόκληρο τον κόσμο. Πράγματα μοναδικά, εξαιρετικά, σπάνια, ξεχωριστά... Και ποιος παραγωγός δεν θα ήθελε ένα σταφύλι που κάθε αναφορά στο όνομα του θα συνοδευόταν από τέτοιους χαρακτηρισμούς; Καλωσορίσατε στην πατρίδα του Ξινόμαυρου… Εκεί που διάφορες οινοπαραγωγές χώρες χτίζουν την φήμη τους προσπαθώντας να μιμηθούν στυλ κρασιών από παγκοσμιοποιημένες ποικιλίες (βλέπε Merlot, Cabernet Sauvignon, Syrah), η Ελλάδα χρειάζεται απλά να ‘ξεκλειδώσει’ τους αμέτρητους οινικούς της θησαυρούς. Και χωρίς αμφιβολία το ερυθρό σταφύλι της Βορείου Ελλάδας ‘λάμπει’ μέσα στο σεντούκι.

Είναι το Ξινόμαυρο το Barolo των φτωχών; Δεν ξέρω αν κάποιος θα έπρεπε να τοποθετηθεί με τον τρόπο αυτό, αφού μια τέτοια αναφορά νομίζω ότι στερεί κάτι από την μοναδικότητα της ποικιλίας. Το Ξινόμαυρο είναι 100% Ελληνικό και διαθέτει ξεχωριστή προσωπικότητα. Ωστόσο κάλλιστα θα μπορούσα να συμφωνήσω ότι αποτελεί ένα θαυμάσιο λόγο για να μη μπει ποτέ κανείς στη ζωή του, στη διαδικασία να δοκιμάσει ένα Barolo… Μόνο αν έχεις απολαύσει ένα Grande Reserve Μπουτάρη 20ετίας, μία Ράμνιστα του 1997, μία Ναουσσαία Φουντή του 1996 ή άλλα παλαιωμένα κρασιά από την ποικιλία μπορεί να αντιληφθείς τι σημαίνει ομαλή, αρμονική, ήπια εξέλιξη στο χρόνο. Υπάρχει όμως και κάτι γελοίο στην όλη υπόθεση. Οι τιμές αυτών των κρασιών… Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να ανακαλέσω εύκολα στη μνήμη μου κρασιά από τον παγκόσμιο αμπελώνα τα οποία θα αγοράσω με 7.50€ που αξίζει μία Νάουσα του Μπουτάρη 2009 ή 12.80€ που κοστίζει ένα Ξινόμαυρο του Βογιατζή 2009 ή έστω και 14.80€ που θα χρειαστεί να διαθέσω για τα Παλαιά Κλήματα 2008 από το Κτήμα Άλφα, τα οποία θα μου προσφέρουν απίστευτη απόλαυση για πάνω από μια δεκαετία. Όποιος μου ξαναπεί λοιπόν ότι το καλό Ελληνικό κρασί είναι ακριβό δεν ξέρει τι του γίνεται. Ή καλύτερα ας δοκιμάσει την τύχη του με ένα Barolo του Elio Altare, τέτοιες δύσκολες εποχές που ζούμε…

Θα μου πείτε είναι αρκετά σκληρό, είναι όξινο, είναι στυφό, είναι τανικό, χωρίς πολύ φρούτο. Αν πράγματι ψάχνετε για crowd pleasers τότε θα πρέπει να κοιτάξετε πιο νότια στον χάρτη της Ελλάδας. Διαθέτουμε και Αγιωργίτικο, του οποίου ο ελκυστικός, μοντέρνος χαρακτήρας με έντονο φρούτο, γλυκά μπαχάρια και βελούδινες τανίνες είναι πιο δύσκολο να απογοητεύσει. Από την άλλη το Ξινόμαυρο είναι μία ποικιλία η οποία έχει επωφεληθεί πολύ από τις μοντέρνες τεχνικές οινοποίησης και από το ταλέντο των ανθρώπων που ασχολήθηκαν μαζί του όλα αυτά τα χρόνια. Χωρίς το ταλέντο και την προσαρμογή του οινοποιού στα θέλω της ποικιλίας, το Ξινόμαυρο θα επιβεβαιώσει στον υπερθετικό βαθμό το όνομα του. Θα δώσει ένα κρασί ξινό, με πολύ άγρια δομή, χωρίς σώμα και έλλειψη φρούτου. Ένα κακοφτιαγμένο Ξινόμαυρο είναι ένα κρασί που δύσκολα πίνεται…

Και ενώ ένα παραδοσιακής οινοποίησης Ξινόμαυρο δεν φημίζεται για τα πρωτογενή φρουτώδη χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό με έντονα στοιχεία φυτικότητας που μεταφράζονται σε ελιά και ντομάτα(φρέσκια, πελτές ή και λιαστή ντομάτα), υψηλή οξύτητα, τανίνες που στεγνώνουν τα ούλα και ένα μάλλον ασταθές χρώμα που γρήγορα τείνει προς το καφέ, υπάρχει και ένα πιο σύγχρονο στυλ κρασιών. Η σπουδή πάνω στην ποικιλία και η εμπειρία, η κλωνική επιλογή, ο διαχωρισμός των αμπελοτεμαχίων, σε συνδυασμό με την εφαρμογή σύγχρονων τεχνικών οινοποίησης έχουν δώσει κρασιά με περισσότερο χρώμα, στιβαρές αλλά πιο ώριμες τανίνες, τονισμένο φρούτο και εν γένει μεγαλύτερο αρωματικό δυναμικό. Συγκρίνετε μία Ράμνιστα του Κυρ-Γιάννη πριν τη σοδειά του 2005 και μία από μετέπειτα χρονιά και θα αντιληφθείτε αυτή την διαφοροποίηση στο στυλ. Και βέβαια η ‘μάχη’ ανάμεσα στην παράδοση και στο μοντέρνο και το αν αυτή η καινούρια προσέγγιση στερεί κάτι από την έκφραση ή την τυπικότητα της ποικιλίας συνεχίζεται όπως και σε άλλες οινοπαραγωγούς περιοχές του κόσμου…

Ένα Ξινόμαυρο επίσης καταφέρνει πάντα να μου προσθέτει περιττά κιλά. Δεν ξέρω αν η ποικιλία και οι ερυθρές εκδοχές της, έχουν μεγάλο μέλλον στα wine-bars όπου θα έλεγα ότι σε γενικές γραμμές το κρασί έχει πάρει διαζύγιο από το φαγητό (ευτυχώς υπάρχουν οι ποικιλίες αλλαντικών), ωστόσο είναι το απόλυτο κρασί φαγητού. Εκεί που δεν σε ενδιαφέρει η όποια έλλειψη φρούτου της ποικιλίας, αλλά η υψηλή οξύτητα και η στιβαρή τανική δομή που αναζητούν επίμονα λιπαρότητα και πρωτεΐνη. Και σίγουρα ενώ το σουβλιστό αρνί του Πάσχα είναι ένας συνδυασμός που θα ξετρελάνει δίπλα σε ένα Ξινόμαυρο από την Αργατία, δοκιμάστε ένα καλοφτιαγμένο μουσακά δίπλα στη φρεσκάδα και την οξύτητα μιας Καλής Ρίζας από το Αμύνταιο ή της Νάουσας του Χρυσοχόου. Έπρεπε να είχα φροντίσει να ζυγίσω τον Τάσο Πικούνη πριν και μετά την εκδρομή για να διαπιστώσω την διαφορά…

Εν κατακλείδι τα κρασιά που φτιάχνονται από την ποικιλία έχουν κάτι να πουν σε αυτόν που τα δοκιμάζει και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Διαθέτουν χαρακτήρα, πολυπλοκότητα και η διαφορετικότητα αποτελεί τον πυρήνα της γοητείας τους. Και δεν είναι όλα τα Ξινόμαυρα ‘δύσκολα’ κρασιά. Μη κοιτάτε που σε όλο το προηγούμενο κείμενο ‘ξέχασα’ να αναφέρω ότι μιλάμε για μία από τις πλέον πολυδύναμες ποικιλίες του Ελληνικού αμπελώνα. Φανταστικά ροζέ, αφρώδη κρασιά, λευκά blanc de Noir συμπληρώνουν τα στυλ ενός σταφυλιού του οποίου τα όρια και οι δυνατότητες φαίνεται να μην σταματούν πουθενά. Καλή επιστροφή στους εκδρομείς και περιμένουμε τις εντυπώσεις τους…



Γρηγόρης Μιχαήλος
Γρηγόρης Μιχαήλος AIWS
(Associate Member in the Institute of Wines & Spirits)
Wine Educator & Consultant