Από τον Κ. Κοντογιώργη


Είναι πράγματι αξιοπερίεργο, το ότι μια μικρή χώρα στη Βορειοδυτική Ευρώπη, είναι ο τόπος παραγωγής ενός ποτού το οποίο πραγματικά έχει κερδίσει τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που πίνουν αλκοόλ, σε όλη την Υφήλιο.

Το malt whisky σήμερα βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του, και πραγματικά αξίζει, εκτός του να το πίνει κανείς, να επενδύει κιόλας σε αυτό. Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, θα πούμε ότι έχει στηθεί ένας χορός πολλών εκατομμυρίων ευρώ, σε σχέση με φιάλες που αλλάζουν χέρια κάθε λίγο, στις μεγάλες δημοπρασίες whisky του εξωτερικού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτή ή επένδυση είναι κάτι που μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε - όσα χρήματα κι αν διαθέτει - αν δεν έχει και τις ανάλογες γνώσεις της αγοράς, και κυρίως το know how.

Ωστόσο, τα πράγματα σε σχέση με το malt δεν ήταν πάντα όπως είναι τώρα, μιας και την δεκαετία του 1970 ελάχιστοι άνθρωποι είχαν δοκιμάσει whisky από σκέτη βύνη. Και ενώ ή απόσταξη στην Σκωτία έχει πάνω από 500 χρόνια ιστορία, μόλις το 1963 το Glenfiddich έγινε το πρώτο αποστακτήριο που εμφιάλωσε το απόσταγμα του σαν Single Malt Whisky. Μέχρι τότε και αρκετά αργότερα ακόμη, το μεγαλύτερο, αν όχι όλο το μέρος της παραγωγής των αποστακτηρίων, πήγαινε για βασικό συστατικό στα μίγματα των μεγάλων εταιρειών, τα λεγόμενα blend, που κατείχαν και το μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς whisky.

Και ενώ ή απόσταξη αποτελούσε και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του τρόπου ζωής της Σκωτίας, οι πρώτες ενδείξεις της σύγχρονης βιομηχανίας whisky, παρουσιάζονται μετά την αποτυχία της επανάστασης του 1745, αφού δρακόντεια μέτρα της Αγγλικής κυβέρνησης, αποδεκάτισαν κυριολεκτικά την καλλιέργεια στην Σκωτία και φυσικά εξώθησαν τους ντόπιους στην παράνομη απόσταξη, κυρίως για λόγους επιβίωσης, παρά για λόγους συνήθειας.

Με την αλλαγή του νομού το 1823 όμως, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει δραστικά, και το όλο θέμα του whisky, αντιμετωπιζόταν πλέον και ως εμπορικό αφού ξέφυγε από τα στενά όρια της απόσταξης σαν κομμάτι της καθημερινότητας του μέσου Σκωτσέζου.

Χτίστηκαν μεγαλύτερες εγκαταστάσεις, και την δεκαετία του 1850, παράλληλα με την εμφάνιση του ανάμικτου whisky, το ουίσκι βύνης έγινε αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της καινούριας βιομηχανίας.

Από τότε, πολλά άλλαξαν, και στις μέρες μας μπορεί να βρει κανείς χιλιάδες ετικέτες single malt, διαφόρων γευστικών αποχρώσεων , διαφόρων τοπικών προελεύσεων και φυσικά σε τεράστιο εύρος τιμών.

Ωστόσο, το να βρεθεί απάντηση στην ερώτηση malt ή blend, είναι αφενός μεν δύσκολο, αφετέρου υπόκειται στη σφαίρα του υποκειμενικού.

Αλλά αν θα έπρεπε οπωσδήποτε να απαντήσουμε, τουλάχιστον εμείς από αυτή την στήλη θα λέγαμε ότι υπάρχουν άπειρα blend υψηλής ποιότητας, όμως όλα, μηδενός εξαιρουμένου, περιέχουν single malt πολύ υψηλής ποιότητας μέσα στο μίγμα, και από αυτό νομίζουμε πως εξάγεται και το συμπέρασμα για τον αναγνώστη.

Κυριάκος Κοντογιώργης

Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Είναι μόνιμος συνεργάτης του Whisky Magazine τα τελευταία χρόνια, και έχει επίσης μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.