Από τον Κ. Κοντογιώργη


Το βράδυ της Πέμπτης ήταν για μένα υπέροχο και ιδιαίτερο. Βεβαίως, υπέροχο βράδυ χωρίς ποτό μάλλον δεν γίνεται, τουλάχιστον για μένα, ή ιδιαιτερότητα όμως βρίσκεται στο ότι με άλλο ποτό ξεκίνησα και με άλλο τελείωσα, κάτι που πολύ σπάνια έχω κάνει στην για σχεδόν τριάντα χρόνια και εντός εισαγωγικών καριέρα μου ως πότης.

Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχή

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα και ενώ πίνω το εξαίσιο Bushmills 12 ετών, αποφασίζω να κάνω κάτι, που επίσης σπάνια κάνω στο σπίτι, δηλαδή να δω ταινία. Μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα λοιπόν, ξεθάβω το αρχείο μου από ταινίες που είχα αποκτήσει στις αρχές του 2000, όταν είχα κολλήσει και ένα άλλο μικρόβιο, δηλαδή το χόμπι του να μαζεύω ταινίες - κάτι που ευτυχώς σταμάτησα, λέω ευτυχώς γιατί είναι δύσκολο έως αδύνατο να παρακολουθεί κάποιος πολλά χόμπι ταυτόχρονα, για ένα σωρό λόγους.

Ή διάθεσή μου τη συγκεκριμένη ώρα ζητούσε να δω κάτι παλιό και έτσι επιλέγω το Deux hοmmes dans la ville, ελληνιστί και σε ελεύθερη μετάφραση Δυο ξένοι στην ίδια πόλη με τους θρυλικούς Jean Gabin και Alain Delon. Ή ταινία γυρίστηκε το 1973, διαδραματίζεται στο Montpellier της Γαλλίας, έχει σαν θέμα της την τελευταία εκτέλεση με καρμανιόλα που έγινε στη χώρα αυτή και είναι ντυμένη με την μαγική μουσική του Philippe Sarde.

Την ταινία αυτή είχα δει άλλη μια φορά το Νοέμβριο του 2004, μάλιστα το βράδυ πριν να γεννηθεί ο πρώτος μου γιος, αλλά δεν την θυμόμουν καλά.

Στο τέλος της ταινίας λοιπόν, ο Alain Delοn εκτελείται άδικα, παρά τις προσπάθειες του Jean Gabin να τον σωσει, αλλά πριν την εκτέλεση του δίνουν να πιει ένα cognac.

Αυτό ήταν!! Θα πιω cognac.

Πίνω την τελευταία γουλιά Bushmills και ξεκινάω το απίθανο Courvoisier Napoleon. Ή αγάπη μου για το cognac εξάλλου είναι πολύ παλιά και που και που επανέρχομαι σ' αυτήν, σαν μια ερωτική ανάμνηση που σε απασχολεί καμιά φορά, έστω νοερά. Στη περίπτωση αυτή ωστόσο, το νοερά πήγε περίπατο και περάσαμε στην πράξη.

Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε με κάμποσο Courvoisier και με τις υπέροχες μουσικές του Philippe Sarde που βρήκα στο Internet.

Το σημερινό άρθρο λοιπόν είναι μια διακοπή από αυτά του whisky και είναι αφιερωμένο στο Courvoisier. Εξάλλου, αργά ή γρήγορα, στο whisky θα επανέλθω, ωστόσο υποψιάζομαι μάλλον γρήγορα και πιθανότατα την επόμενη εβδομάδα.

Courvoisier λοιπόν.

Ή μάρκα έχει χρονικό σημείο εκκίνησης το 1809. Τότε ήταν που ο Emmanuel Courvoisier και ο Louis Galois αποφασίζουν να ιδρύσουν μια εταιρία με κρασιά και αποστάγματα, ή οποία αποκτά γρήγορα φήμη και το 1811 την επισκέπτεται ο Ναπολέων Βοναπάρτης. Το 1815 τα στρατεύματα του Ναπολέοντα συντρίβονται στο Βατερλώ του Βελγίου και ο ίδιος εξορίζεται στο νησί Santa Elena, στον Ατλαντικό Ωκεανό για 67 μέρες.

Εκεί ο Βοναπάρτης παίρνει μαζί του για συντροφιά μεγάλες ποσότητες από Courvoisier και οι Άγγλοι αξιωματικοί που τον συνοδεύουν το ονομάζουν brandy του αυτοκράτορα.

Το 1828 ή εταιρία φεύγει από τα περίχωρα του Παρισιού και εγκαθίσταται στην πόλη Jarnac, στην καρδιά της περιοχής Cognac, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Το 1910 ή εταιρία δημιούργησε ένα blend που το ονόμασε Courvoisier Napoleon, το οποίο παράγεται φυσικά ακόμα και στις μέρες μας και διαθέτει φανατικό κοινό, στο οποίο ανήκω και εγώ.

Το 1960 το Courvoisier έγινε το πρώτο cognac που εμφανίστηκε στην τηλεόραση σε διαφημιστικό spot. Από τότε και μετά, ή μάρκα αποτελεί μέρος της ομάδας Big Four που δεσπόζει στη βιομηχανία cognac της Γαλλίας μαζί με τις μάρκες Hennessey, Remy Martin και Martell, στις οποίες θα αναφερθώ εκτενώς σε μελλοντική μας επικοινωνία και στην καθεμιά ξεχωριστά.

Αυτά λοιπόν για σήμερα

Σας εύχομαι ένα καλό Σαββατοκύριακο

Κυριάκος Κοντογιώργης


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Είναι μόνιμος συνεργάτης του Whisky Magazine τα τελευταία χρόνια, και έχει επίσης μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.