Από τον Κ. Κοντογιώργη


Όταν ακόμη πήγαινα στο δημοτικό, υπήρχε σχολική δραστηριότητα ακόμη και τα Σάββατα, κάτι που πρόλαβα να συμβαίνει μέχρι και τη φοίτησή μου στην τρίτη Γυμνασίου. Θυμάμαι λοιπόν ότι από τότε μου άρεσαν οι Παρασκευές, γιατί ήταν η τελευταία μέρα πριν το Σάββατο, το οποίο με τη σειρά του ήταν η τελευταία μέρα πρωινού ξυπνήματος για την κάθε εβδομάδα. Τα χρόνια βέβαια πέρασαν και από το ογδοντακάτι και μετά, δεν θυμάμαι ακριβώς πόσο, τα σχολεία λειτουργούσαν πέντε μέρες αντί για έξι και μοιραία τη θέση της αγαπημένης Παρασκευής πήρε η Πέμπτη, σαν προτελευταία μέρα της εβδομάδας. Όμως, όσο αγαπημένη μου κι αν είναι η Πέμπτη, η Παρασκευή παραμένει γοητευτική και είναι η απαρχή ενός διημέρου ξεκούρασης, ίσως όχι πάντα, αλλά τις περισσότερες φορές οπωσδήποτε.

Παρασκευή απόγευμα λοιπόν, ή Παρασκευή βράδυ, όλο και κάτι θα έχουμε κανονίσει, είτε κάποια παρέα στο σπίτι, δικό μας ή φιλικό, είτε κάποια βόλτα έξω. Ωστόσο, μέσα ή έξω, με παρέα ή χωρίς, ένα είναι σίγουρο

Θα πιούμε

Θα μου πείτε, δεν είναι όλοι σαν κι εμένα που πίνω 365 μέρες το χρόνο, ωστόσο είμαι σχεδόν βέβαιος, ότι οι αναγνώστες αυτής της στήλης, λίγο ως πολύ, όλο και κάποιο ποτήρι στο χέρι θα κρατούν.

Παρασκευή λοιπόν θα πιούμε, Σάββατο θα πιούμε, ωστόσο εγώ ήπια και την υπόλοιπη εβδομάδα και καθώς θα μοιράζομαι μαζί σας τις εμπειρίες από αυτά που ήπια, θα ρίχνω και μια ματιά σε πράγματα που είδα ή άκουσα αυτή την εβδομάδα που πέρασε.

Το περασμένο Σάββατο λοιπόν βρέθηκα σε γευσιγνωσία whisky, αυτή τη φορά ως απλός συμμετέχων και όχι ως παρουσιαστής, δοκιμάζοντας ξανά Balvenie. Καταρχάς για πολλοστή φορά ήπια το Balvenie 12 ετών, στην πιο φρέσκια εκδοχή του, το οποίο βρήκα λίγο ακόμη πιο γλυκό από το προηγούμενο, ενώ η εμπειρία ολοκληρώθηκε με μια κορυφαία δημιουργία του μάγου David Stewart, Malt Master του Balvenie, συγκεκριμένα την καινούρια εκδοχή του πάντα έξοχου Balvenie 17 ετών. Σύνθετο και αρωματικό, αρκετά διαφορετικό από το πιο τραχύ δεκαεφτάρι New Wood που δοκίμασα παλιότερα.

Tην Κυριακή, αφού τελείωσαν οι μινιατούρες Jura Superstition που τιμούσα τον τελευταίο καιρό, έπρεπε κάτι άλλο να ανοίξω και διάλεξα το εξαίσιο δωδεκάρι Highland Park, το οποίο πάντα με συντροφεύει μια χαρά με το βαρύ, ρωμαλέο σώμα του, που συνδυάζει γλύκα και κάπνα.

Στο μεταξύ τη Δευτέρα, μπαίνοντας σε ένα κατάστημα βρήκα μέσα ένα περιοδικό, αφού καθώς φαίνεται το κατάστημα ήταν ένα από τα σημεία διανομής του. Το περιοδικό του οποίου το όνομα δεν θέλω να αναφέρω, εγώ προσωπικά δεν ήξερα πως υπάρχει και από αυτά που διάβασα παίρνω πάσα. Το εν λόγω περιοδικό λοιπόν ασχολείται με την τέχνη, όποιος θέλει βάζει εισαγωγικά, όποιος θέλει όχι, του cocktail. Εξυπακούεται φυσικά ότι διάφοροι μοδάτοι τύποι πίσω από τη μπάρα είναι οι εκφραστές αυτής της τέχνης, σύμφωνα πάντα με το περιοδικό, το οποίο φυσικά ξέχασε να αναφέρει οτι όλοι αυτοί οι, ας πούμε καλλιτέχνες, άγονται και φέρονται από τις επιθυμίες των μεγάλων εταιριών σε Ελλάδα και Ευρώπη χρησιμοποιώντας στα cocktails τους οτιδήποτε πληρώνει καλύτερα. Ένας καλλιτέχνης όμως πρέπει να είναι ανεξάρτητος.

Εννοείται βέβαια οτι τα straight ποτά πρέπει να καούν στην πυρά, μαζί με εμάς που τα πίνουμε, ενώ επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο μέσα σε cocktail κάποιου ψηλομύτη, που μπορεί να περιέχει κρέας, λίπος ή ακόμη και κολοκύθια όπως διάβασα. Γενικώς, από ότι κατάλαβα, αξιοσέβαστα άτομα πίσω από τη μπάρα θεωρούνται μάλλον αυτοί που βγάζουν το πολύ χρήμα, ενώ επίσης κατάλαβα οτι ορισμένοι έχουν μπερδέψει το να είσαι καλός στη δουλειά σου με το να είσαι δημοσιοσχετίστας. Εγώ πάντως έχω γνωρίσει στη Λευκάδα άνθρωπο που κεντάει σε αυτή τη δουλειά και που οι δημιουργίες του κινούνται εντός λογικής, με άψογη όμως εκτέλεση και με μεροκάματο μόλις 30 ευρώ, αφού είναι καλός μόνο στη δουλειά του και όχι στις δημόσιες σχέσεις. Επειδή όμως είμαι της παλιάς σχολής και το κρέας μου το προτιμώ ψητό ή μαγειρευτό και όχι σε cocktail, επανέρχομαι στο ταπεινό μου Highland Park.

Την άλλη μέρα για να συνέλθω εντελώς από το σοκ της ανάγνωσης του περιοδικού χρειάστηκε κάτι δυνατό. Το ντελικάτο και γλυκόπιοτο Glenrothes 22 ετών 1992, που αποτελεί την πιο φρέσκια άφιξη στην Ελλάδα, φυσικά στο HOW, ήταν ότι έπρεπε, αφού με τη γεύση του παραδίδει μαθήματα σε διάφορους κυρίους σαν αυτούς που προανέφερα.

Η υπόλοιπη εβδομάδα κύλησε παρέα με το Highland Park, την Πέμπτη όμως άλλαξα επίπεδο, κάνοντας στον εαυτό μου ένα δώρο. Και τι δώρο. Cognac. Και τι cognac. Martell Cordon Bleu. Το HOW εξασφάλισε μια πολύ περιορισμένη ποσότητα από αυτή τη σπάνια και αρχαία έκδοση του συγκεκριμένου cognac και φυσικά δεν έχασα την ευκαιρία να το ξαναδοκιμάσω, αφού είναι από τα ποτά που όσες φορές κι αν πιείς δεν φτάνουν. Όσοι δεν προλάβετε, πραγματικά θα χάσετε.

Τελειώνω με ολόφρεσκα νέα της τελευταίας στιγμής, επί του πιεστηρίου που λένε, σε οτι αφορά την αγορά whisky. Δεν ξέρω πόσοι από εσάς είχατε διαβάσει το άρθρο στο οποίο είχα αναφερθεί στο Kavalan Solist Vinho Barique. Το συγκεκριμένο whisky λοιπόν, το οποίο βραβεύτηκε σαν το καλύτερο στον κόσμο για το 2015, δεν ξέρω πώς και γιατί, έφτασε στο σημείο να πωλείται στις δημοπρασίες του εξωτερικού γύρω στο πεντακοσάρικο. Αν θυμάστε τότε είχα πει πως είναι φούσκα και θα ξεφουσκώσει. Και για να δούμε τελικά αν είχα δίκιο, θα πω οτι οι τιμές που έτρεξαν την περασμένη εβδομάδα, μέχρι αυτή τη στιγμή που γράφω, κυμάνθηκαν από 140 έως 200 το πολύ. Που σημαίνει οτι αυτοί οι πονηροί που πλήρωσαν ένα σκασμό λεφτά για να το αποκτήσουν, πλήρωσαν στην καλύτερη περίπτωση 300 ευρώ από την τσέπη τους, μόνο και μόνο επειδή ακολούθησαν τη μόδα.

Το whisky όμως δεν είναι μόδα, είναι κάτι άλλο, που μόνο οι αφοσιωμένοι πότες καταλαβαίνουν.

Καλό Σαββατοκύριακο

Κυριάκος Κοντογιώργης


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Είναι μόνιμος συνεργάτης του Whisky Magazine τα τελευταία χρόνια, και έχει επίσης μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.