Από τον Κ. Κοντογιώργη


Σήμερα λέω να ασχοληθώ ξανά με το αγαπημένο θέμα αυτής της στήλης, whisky πάλι δηλαδή, με τη μόνη διαφορά, ότι αυτή τη φορά θα κάνω μια ιστορική αναδρομή του αγαπημένου ποτού, σε ότι έχει να κάνει με την ελληνική αγορά. Την ώρα που γράφω τούτες τις αράδες, πρέπει να σας πω ότι απολαμβάνω ακόμη μια ουισκάρα για φέτος, το υπέροχο Bushmills 16 ετών και όταν πίνει κανείς κάτι τέτοιο, φυσικό και επόμενο να έχει έμπνευση και να του κατεβαίνουν ιδέες. Μου έρχεται λοιπόν στο μυαλό, η εξής εικόνα, ή μάλλον η μνήμη ενός πραγματικού γεγονότος.

Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, σε μπουζουκτσίδικο της Λεωφόρου Συγγρού. Εκεί βρίσκεται, εκτός από την αφεντιά μου, ακόμη μια παρέα, που αποτελείται από έναν καλό μου φίλο, τον ελληνοαμερικανό ξάδελφό του και μερικούς ακόμη επίσης ελληνοαμερικανούς φίλους τους που τους γνώριζα για πρώτη φορά.

Η επίσκεψή μας στο κατάστημα έγινε παραμονή Πρωτοχρονιάς και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, υπήρχε συγκεκριμένο μενού και οι πελάτες απλώς διάλεγαν τι θα πιουν. Καθώς λοιπόν θαυμάζω την τραγουδίστρια, που από φωνή ήταν χάλια, αλλά κατά τα άλλα άψογη, ακούω με έκπληξη τους υπολοίπους της παρέας να λένε μεταξύ τους ότι θα συνοδέψουμε το φαγητό μας με μαύρο. Το μυαλό μου αμέσως πήγε στο κακό, αφού και το συγκεκριμένο μαγαζί δεν είχε και την καλύτερη φήμη, αλλά πάνω που με ζώνανε τα φίδια και ετοιμαζόμουν να αρχίσω τις ερωτήσεις, βλέπω το σερβιτόρο να παρκάρει στο τραπέζι δυο μπουκάλια Black Johnnie Walker 12 ετών. Το φαγητό μας λοιπόν δεν θα το συνοδεύαμε με κανένα κρασί, ή έστω με καμιά μπυρίτσα, αλλά με whisky, κάτι το οποίο μου φάνηκε τότε η επιτομή της βλαχιάς και του νεοπλουτισμού. Όλα αυτά βέβαια, χωρίς τότε να γνωρίζω ότι 30 χρόνια μετά, η κατανάλωση διάφορων παράξενων εδεσμάτων, συνοδεία whisky, θα γινόταν must.

Τότε λοιπόν ήταν, τη δεκαετία του ογδόντα, που το whisky μπήκε για τα καλά στη ζωή του Έλληνα και σχεδόν κάθε σπίτι είχε όχι μόνο ένα, αλλά κάμποσα whisky στην κάβα του. Πριν από αυτό, είχε αρχίσει να κάνει δειλά-δειλά την εμφάνισή του από τη δεκαετία του εβδομήντα, ή ακόμη και του εξήντα και μάλιστα στις ελληνικές ασπρόμαυρες ταινίες της δεκαετίας του εξήντα όλοι πίνουν whisky.

Παράδειγμα η ταινία Λόλα, που ο Νίκος Κούρκουλος με τη Τζένη Καρέζη, όπου βρεθούν και όπου σταθούν έχουν μπροστά τους μια μπουκάλα whisky και ευτυχώς στο τέλος που βρέθηκε ο Παντελής Ζερβός να καθαρίσει στη μονομαχία με το Διονύση Παπαγιαννόπουλο, γιατί με τόσο πιώμα δεν τον έβλεπα καλά τον Κούρκουλο.

Το ογδοντακάτι λοιπόν γίνεται το μπαμ με το whisky, το οποίο κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσε ένα σύμβολο κοινωνικού status και όλοι προσπαθούσαν να αγοράζουν και να πίνουν ακριβά whisky. To ούζο, το κρασί και το τσίπουρο πέρασαν σε δεύτερη μοίρα, την δεκαετία του ενενήντα όμως το whisky γνώρισε μια κάμψη, μάλλον παροδική ωστόσο, αφού στο τέλος της συγκεκριμένης δεκαετίας ξεκινάει ο παροξυσμός, που θα διαρκέσει μέχρι το 2007 με 2008, μέσα βέβαια στο γενικό κλίμα που επικράτησε στη χώρα μας εκείνη την περίοδο. Αποκορύφωμα οι χρονιές 2004 και 2007, όπου οι πωλήσεις whisky κατέγραψαν εξωφρενικά νούμερα. Συγκεκριμένα, το 2007 η Ελλάδα ήταν η δεύτερη χώρα παγκοσμίως σε κατά κεφαλήν δαπάνη για whisky, με μόνη χώρα ψηλότερα στον κατάλογο τη Σιγκαπούρη, ήταν δέκατη σε όλο τον κόσμο σε πωλήσεις, παραπάνω και από τη Σκωτία ακόμη, ενώ είχε μόνο 4 φορές λιγότερες πωλήσεις από τις ΗΠΑ, που όμως έχουν 31 φορές μεγαλύτερο πληθυσμό. Δηλαδή, απίστευτες επιδόσεις.

Μετά το 2008 και κυρίως μετά το 2011 έγιναν αυτά που γνωρίζουμε. Πλέον το τσίπουρο, η ρακή, το κρασί, το ούζο, έχουν πάρει την εκδίκησή τους, αφού ενδιαμέσως ξέχασα να αναφέρω οτι οι ειδικοί φόροι και ο ΦΠΑ στα οινοπνευματώδη αυξήθηκαν κατά 125 περίπου τοις εκατό, με τα αναμενόμενα αποτελέσματα στις πωλήσεις.

Τη χρονιά που πέρασε φάνηκε να ανοίγει και πάλι ο δρόμος για την επιστροφή στο whisky, αφού υπήρχε κάποια κινητικότητα, αλλά θα έλεγα μάλλον στα ακριβότερα whisky, για να επιβεβαιωθούν αυτοί που λένε, ότι μεσούσης της κρίσης υπάρχει κόσμος με πολύ χρήμα. Το μέλλον του whisky πάντως φαίνεται αβέβαιο, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, αφού οι τιμές ανεβαίνουν συνεχώς, γιατί όπως έχουμε πει και στο παρελθόν, τα στοκ των αποστακτηρίων εξαφανίζονται με γοργούς ρυθμούς στην Ασία.

Εγώ πάντως φροντίζω, όσο μου επιτρέπουν τα οικονομικά μου, να στοκάρω, γιατί θα έρθει σύντομα πολύ φοβάμαι η εποχή που για ένα whisky 12 ετών θα πρέπει να πληρώνουμε ένα κατοστάρικο και προτείνω το ίδιο να κάνετε και εσείς.

Κάπου εδώ σας αφήνω και σας εύχομαι καλό τριήμερο


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Είναι μόνιμος συνεργάτης του Whisky Magazine τα τελευταία χρόνια, και έχει επίσης μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.