Από τον Κ. Κοντογιώργη


Νομίζω οτι αυτή την εβδομάδα, ήταν σειρά για την καθιερωμένη βόλτα στις αγορές whisky του εξωτερικού, ωστόσο οι εξελίξεις αυτής της εβδομάδας με υποχρεώνουν να αλλάξω θέμα. Και αυτό διότι την Τρίτη και την Τετάρτη που μας πέρασε, διοργανώθηκε στην Τεχνόπολη, για όγδοη συνεχόμενη χρονιά - αν δεν κάνω λάθος - το

Athens Bar Show

Φυσικά, για μια ακόμη χρονιά, δεν ήταν δυνατόν να λείψω. Μια και δυο λοιπόν, μπήκα στο αυτοκίνητο, ανέβηκα την οδό Πειραιώς και έφτασα στο Γκάζι. Κόσμος και ντουνιάς στην είσοδο, περιμένοντας να πληρώσει το εισιτήριό του, ευτυχώς πέρασα κατευθείαν από τις προσκλήσεις και δεν ταλαιπωρήθηκα. Αφού πρώτα περιπλανήθηκα λιγάκι πέρα δώθε, για να προσανατολιστώ, ποιος είναι πού, ξεκίνησα τις δοκιμές. Και άρχισα λίγο ανάποδα, έως πολύ ανάποδα, θα έλεγα, αφού συνάντησα ένα φίλο έξω από το περίπτερο που είχε στήσει η εταιρία Καρούλιας, μάλλον ένα από τα δυο, συγκεκριμένα το Whiskey Room. Αφού λοιπόν βρέθηκα μάλλον τυχαία, από εκεί να ξεκινήσω, δεν θα διάλεγα κάτι άλλο να πιω από το απίθανο Octomore 07.1. Για αυτό το λόγο άλλωστε είπα ότι άρχισα λίγο παράδοξα, αφού με 59.5 τοις εκατό αλκοολικό βαθμό και φωτιές και κάπνες να καίνε ώρα στο στόμα, μάλλον τελευταίο έπρεπε να πάει. Αλλά είπαμε, τυχαία συνάντηση και η ανάλογη κατάληξη. Το ποτό μου με κέρασε, όπως και πέρσι, ο πάντα ενημερωμένος και ευγενικός Ανδρέας Μπότσαρης.

Και αφού ήπια ένα κουβά νερό για να το σβήσω και να καταλαβαίνω τι πίνω μετά, πήγα στο περίπτερο της εταιρίας Τσακνάκης, όπου και εδώ συνέβαιναν πολλά και σπουδαία. Πανταχού παρών ο δαιμόνιος Τεό Σπυρόπουλος, που αυτή τη φορά δεν είχα την τύχη να με βοηθήσει με την επιλογή μου, όπως έγινε στο Rum and Whiskey Festival, ωστόσο έπεσα πάνω σε άλλα θηρία. Ο bartender ορχήστρα Αλέξανδρος Σουρμπάτης, με τις, παραπάνω κι από υψηλού επιπέδου, γνώσεις του, είχε αναλάβει το κομμάτι του Teeling Whiskey, ωστόσο επειδή και τα τέσσερα μπουκάλια που είχε μπροστά του, τα είχα πιει, πήγα λίγο πιο δίπλα. Και όταν λέω πιο δίπλα, εννοώ το πολύ πενήντα πόντους, όπου εκεί βρισκόταν ο Νίκος Αρβανίτης. Τον Νίκο τον γνώρισα για πρώτη φορά, ωστόσο είχα ακούσει για αυτόν κάποια πράγματα. Αυτό όμως που έχω να πω, είναι οτι δικαιολόγησε τη φήμη του στο έπακρο. Γνώσεις πανύψηλου επιπέδου, αλλά κυρίως αγάπη και τρέλα για αυτό που του αρέσει. Και αυτό είναι το ρούμι. Και αμέσως με κέρασε ένα πολύ ωραίο. Ήπια το απίθανο Foursquare Zinfandel Cask, το οποίο έπινα για πρώτη φορά και με εντυπωσίασε, με το στιβαρό σώμα του και τη γεύση του, που ήταν γλυκιά, χωρίς όμως υπερβολές που κουράζουν. Αμέσως μετά εμφανίστηκαν κάποια μπουκάλια Foursquare Criterion και όχι μόνο δεν έχασα την ευκαιρία, αλλά με κέρασε ο ίδιος ο Richard Seale, Master Distiller στο Foursquare. Από ότι κατάλαβα, το Criterion άρεσε σε όσους το ήπιαν, περισσότερο από το Zinfandel, σε εμένα, άρεσαν πολύ και τα δυο, με μια μικρή προτίμηση θα έλεγα στο πρώτο. Από το Νίκο Αρβανίτη έμαθα και κάτι που δεν γνώριζα, δηλαδή οτι στο ρούμι δεν επιτρέπεται να κουνάμε το ποτήρι. Θα ακολουθήσω την συμβουλή του, ως καθ'ύλην αρμόδιο, ωστόσο ως προς το whisky θα παραμείνω σε αυτό που έχω πει πολλές φορές στις παρουσιάσεις, οτι δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά και δεν απαγορεύεται. Στη Σκωτία, David Stewart, Richard Paterson, John Campel, οι οποίοι είναι master distillers αντιστοίχως σε Balvenie, Dalmore, Laphroaig και άλλοι τόσοι που δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή, κουνάνε ποτήρι, επομένως είπαμε και πάλι, δεν επιβάλλεται, δεν απαγορεύεται, κάντε ότι θέλετε. Ευχαριστώ πάρα πολύ το Νίκο για τη φιλοξενία και τις γνώσεις που μοιράστηκε μαζί μου και εύχομαι πάντα καλά ταξίδια. Και βέβαια δεν μπορούσα να φύγω χωρίς να πιω κάτι και από αυτά που είχε μπροστά του κι ο Αλέξανδρος,οπότε με κέρασε το πληθωρικό Teeling Malt Whiskey. Αλέξανδρε, είπαμε ένα τέταρτο του dram, έβαλες σχεδόν μεζούρα πενηντάρα. Ευχαριστώ πολύ και σου εύχομαι να είσαι πάντα έτσι γαλαντόμος.

Έφυγα από εκεί, πέρασα μια βόλτα από το περίπτερο της εταιρίας Pernod Ricard, όπου στην ουσία δεν ήταν περίπτερο, αλλά το θρυλικό bar Floridita της Αβάνα. Εδώ φυσικά είχε μόνο cocktails, οπότε δεν ήταν του γούστου μου και άρχισα να βαριέμαι, οπότε και πήγα παρακάτω, στο περίπτερο της εταιρίας BM. Εδώ συνάντησα τον πολύ σοβαρό και κυρίως ευγενικό Νικόλα Μοσχονά, ο οποίος με κέρασε ένα δωδεκάρι Saint James, που μου άρεσε, αν και το βρήκα μια σταλιά ελαφρύ για τα γούστα μου. Και μια ερώτηση και για το Νικόλα και για όλους όσοι μου μιλούν στον πληθυντικό. Ρε παιδιά, γιατί αυτό; Είμαι μόνο 51, όχι 101. Νικόλα όταν έρθω στο Peek a Bloom, όπου ακούω οτι κάνετε πολύ ωραία δουλειά, παρακαλώ στον ενικό.

Πήγα παρακάτω και παρά τρίχα να μου χαλάσει το κέφι. Το γνωρίζω οτι η ώρα κόντευε επτάμισι, αυτό δεν σημαίνει όμως οτι πρέπει να περάσω από το περίπτερο της Deals και να μην πιω τίποτα. Κι εγώ όταν έρχονταν στο μαγαζί μου στις 10 και 5 το βράδυ και είχα κλείσει, δεν έλεγα έκλεισα, αλλά αντιθέτως κερνούσα κι από το dram που έπινα εγώ. Πάντως το περίπτερο είχε πολύ ωραία πράγματα, όπως Chase Vodka, ή Blantons Bourbon, είπαμε, εγώ έχω δικό μου ηλίθιο τρόπο σκέψης, πενήντα πενήντα όλοι, μπορώ να πω κι άλλα, αλλά δεν θέλω. Άλλο οι άνθρωποι, άλλο τα προϊόντα, αν είναι καλό, είναι καλό, πολύ φοβάμαι όμως οτι ίσως και να είμαι ο μοναδικός που λειτουργώ έτσι. Τέλος πάντων, είπαμε να μην πω άλλα, ας πάω παρακάτω.

Ότι έγινε έγινε λοιπόν, πέρασε στην ιστορία και μετά πέρασα ωραία. Γιατί πήγα στο περίπτερο της εταιρίας Loch Katrine. Όπου εκεί συνάντησα ωραία παρέα και μπήκα σε διλήμματα, αφού ήταν πάρα πολλά ωραία τα προϊόντα, αλλά λίγος χώρος ακόμη για να πιω, μιας και έπρεπε να οδηγήσω στην επιστροφή για Καστέλλα. Με αυτό το σκεπτικό, ξεπέρασα τα απίθανα Sheep Dip Islay και Grace Gin, για τα οποία τα έχουμε πει ξανά και ξανά και προχώρησα στα πολλά και ωραία Glengoyne. Δοκίμασα Glengoyne Cask Strength, Glengoyne 15 ετών, πολύ ωραία dram και τα δυο και μετά άλλαξα αποστακτήριο. Δοκίμασα το ιδανικό για νέους πότες Tamdhu 10 ετών και ακόμη το Tamdhu Batch Strength, με αλκοολικό βαθμό 58.5 τοις εκατό. Ωραίο dram επίσης, σε σχέση με το υψηλόβαθμο Glengoyne, θα προτιμούσα το δεύτερο, θέμα γούστου, θα έλεγα. Επίσης είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με την Κα Χαρά Κατσού, η οποία είναι η καλλιτέχνης που βρίσκεται πίσω από το εκπληκτικό Grace Gin, ενώ στο τέλος ήρθε το καλύτερο. Η Κα Λίλα Δημοπούλου, συνιδιοκτήτρια της εταιρίας, με κέρασε ένα ποτηράκι από το υπέροχο Glengoyne, το οποίο είναι ένα βαρύ, λουσάτο dram και ήταν ο καλύτερος τρόπος για να τελειώσω την επίσκεψή μου στην έκθεση. Να μην ξεχάσω να ευχαριστήσω και τους δυο bartenders, Διονύση Πολυζωγόπουλο και Θοδωρή Ντάντο, οι οποίοι με την ευγένειά τους βοήθησαν στο να περάσω καλά στο περίπτερο της Loch Κatrine.

Συμπερασματικά, πολύς κόσμος, ωραία διοργάνωση, ωραία ποτά. Κρίμα που δεν μπόρεσα να ξαναπάω και την επόμενη μέρα, μιας και γιόρταζε η γυναίκα μου.

Και του χρόνου


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.