Από τον Κ. Κοντογιώργη


Ποιος θα με πιστέψει αν πω ότι αγόρασα μια παρτίδα Jameson, με 9 ευρώ το μπουκάλι, συμπεριλαμβανομένου μάλιστα στην τιμή και το φπα? Μάλλον κανείς, αλλά δεν πειράζει, γιατί είναι πραγματικότητα. Φυσικά, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, σε τι θα μου χρησίμευαν, αφού μιλάμε για λίγα μπουκάλια και δεν έχει νόημα η πώλησή τους. Η απάντηση είναι πολύ απλή. Για να τα πιω φυσικά. Είπα ποτέ ότι πίνω μόνο ακριβά, χλιδάτα malt? Όχι βέβαια, άλλωστε και να ίσχυε κάτι τέτοιο, δεν θα το ανέφερα ποτέ, πόσο μάλλον όταν δεν ισχύει. Μια χαρά θα το ευχαριστηθώ και το Jameson, που έτσι κι αλλιώς είναι κορυφαίο σε σχέση με τα χρήματα που κοστίζει, άρα με 9 ευρώ το κομμάτι, γίνεται διαπλανητικό. Πάντα λοιπόν κοιτάζουμε τη σχέση ποιότητας τιμής. Όσοι από εσάς μου κάνατε την τιμή και διαβάσατε το πρόσφατο άρθρο για το Teachers, καταλαβαίνετε ότι δίνω μεγάλη βάση σε αυτό το κομμάτι και δεν χρειάζεται να δίνουμε κι ένα σωρό λεφτά για να πιούμε, όταν με χαμηλότερο ποσό μπορούμε να πιούμε καλό whisky. Όπως είπα λοιπόν και στο άρθρο για το Teachers, τρία είναι τα whisky που μου έρχονται στο μυαλό όταν μιλάμε για whisky, που μπορείς ναι μεν να το βρεις παντού, αλλά να είναι καλό. Σήμερα μλάμε για το

Grants

Η βιομηχανία του whisky είναι γεγονός ότι γνωρίζει μεγάλη άνθιση, προβαίνει σε συνεχείς αλλαγές, όχι πάντα προς το καλύτερο, καθώς επίσης και σε συγχωνεύσεις και είναι φανερό ότι η εποχή των οικογενειακών επιχειρήσεων έχει αρχίσει να γίνεται μια ανάμνηση. Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες. Οικογενειακή ιδιοκτησία έχουν πλέον μόνο τα Glenfarclas, Springbank, Glenfiddich Balvenie, και Kininvie. Τα τρία τελευταία, ανήκουν στην εταιρία William Grant and Sons, η οποία είναι μια από τις λίγες εξαιρέσεις και αποδεικνύει ότι μια οικογενειακή επιχείρηση μπορεί να ανταγωνίζεται όλες τις πολυεθνικές του κόσμου και ταυτόχρονα να είναι όσο περισσότερο γίνεται αυτάρκης. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, λεγοντας

Λίγα λόγια για την ιστορία, όπως πάντα

Η οποία ξεκινά το 1886, όταν ο William Grant ξεκινάει το χτίσιμο του Glenfiddich, το οποίο τελικά λειτουργεί για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα του 1887, όσοι έχετε χρόνο, μπορείτε να διαβάσετε και το σχετικό άρθρο. Από το 1887 περνούν τρία χρόνια μέχρι να κατασκευαστεί επιτυχώς το πρώτο blend. Το 1892 ξεκινάει τη λειτουργία του και το μικρό του αδελφάκι, το τεράστιο Balvenie και οι επιλογές για τα blends της εταιρίας αυξάνονται. Στην προσπάθεια αυτή, ο William Grant δεν ήταν μόνος του, αφού είχε συμμετοχή όλη η οικογένεια. Στο μεταξύ, είπα William Grant και θυμήθηκα μια ατάκα του αξέχαστου Λάμπρου Κωσταντάρα, σε μια ταινία, όπου είχε πει. Μάνα με τους επτά σου γιούς και με τη μια σου κόρη, την κόρη την πεντάμορφη, την καλοαναθρεμένη. Ο William Grant είχε επτά γιούς, αλλά δυο κόρες και όλοι συμμετείχαν στη λειτουργία της εταιρίας. Για παράδειγμα, ο ένας του γιός, ο George, ήταν maltman, εργαζόταν δηλαδή στην βυνοποίηση, ο άλλος του γιός, ο Alec, ήταν stillman, δούλευε δηλαδή στους αποστακτήρες και η μικρή τους αδελφή, η Meta, τους έφερνε το κολατσιό. Αργότερα, ο Gordon Grant, προγονός του William, ήταν ο πρώτος στην ιστορία πωλητής της εταιρίας και χτύπησε τουλάχιστον 180 πόρτες, μέχρι να καταφέρει να κάνει την πρώτη του πώληση. Επίσης, στην εποχή της ποτοαπαγόρευσης στην Αμερική, ενώ πολλές εταιρίες σταμάτησαν τη λειτουργία τους, η εταιρία Grants συνέχισε κανονικά την παραγωγή. Τέλος, το 1990, χτίζεται το Kininvie, για λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω, λέγοντας

Λίγα ακόμη λόγια

Όλες οι εταιρίες χρησιμοποιούν τα δικά τους whisky βύνης σαν πυρήνα στα blends που διαθέτουν. Για παράδειγμα, Cragganmore, Clynelish για blend της Diageo, την ίδια στιγμή που το Whyte and Mackay μπορεί να περιέχει Fettercairn, Jura ή Dalmore. Έτσι και το Grants περιέχει malt από την τριανδρία, Glenfiddich, Balvenie, Kininvie, αν και η εταιρία εξακολουθεί να αγοράζει πάνω από 40 whisky βύνης για τα blend που παρασκευάζει. Όσο για το grain whisky που είναι απαραίτητο για τη συμμετοχή του στο blend, η εταιρία χρησιμοποιεί δικό της grain που παρασκευάζεται στο ιδιόκτητο αποστακτήριο στο Girvan, το οποίο εμφιαλώνεται με τη δική του ετικέτα με το όνομα Black Barrel. Ωστόσο, η ανάγκη να χρησιμοποιούνται όσο το δυνατόν περισσότερα whisky της εταιρίας για τα blends, ήταν η αιτία για την οποία χτίστηκε το Kininvie το 1990. Φυσικά, η κατασκευή ενός καινούριου αποστακτηρίου, είναι πάντα μια επικίνδυνη υπόθεση, γιατί δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος για την έκβαση του whisky βύνης που θα παραχθεί, αυτό όμως αφορά περισσότερο τις άλλες εταιρίες, παρά την συγκεκριμένη. Και ο λόγος είναι πολύ απλός. Θεματοφύλακας της παράδοσης της εταιρίας και αποκλειστικός υπεύθυνος για όσα συμβαίνουν σε αυτήν, είναι ο, υπερβολικά μετριόφρων μεν, τεράστιος δε, David Stewart, στον οποίο δεν θα αναφερθώ εκτενώς, όσοι θέλετε διαβάστε το σχετικό με τον καλλιτέχνη άρθρο.

Πως λοιπόν να μην είναι καλά whisky όλα τα whisky της εταιρίας, είτε μιλάμε για malt whisky, από τα σπουδαία Glenfiddich, Kininvie, Balvenie, είτε μιλάμε για τα υπέροχα blends, όπως το Grants Family Reserve, ή το αντίστοιχο 12 ετών?

Στην υγειά σας


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.