Από τον Κ. Κοντογιώργη


Είπαμε ότι τον τελευταίο καιρό την έχω ψωνίσει με τα bourbon. Δεν ξέρω τι φταίει, ίσως να είναι αυτή η μεγάλη ποσότητα που βρήκα στη Δράμα, όσοι διαβάσατε το άρθρο για το Stitzel Weller, θα θυμάστε τι είχα βρεί. Ίσως να φταίνε οι τρελές τιμές που είδα τελευταία σε κάποια κομμάτια που ήξερα από ελάχιστα έως καθόλου. Ότι και να φταίει πάντως, παραμένει το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό πίνω πολύ bourbon και γράφω και για αυτό. Αυτή την εβδομάδα κλείνω εκκρεμότητες που έμειναν από την προηγούμενη και μιλάω για το

Jim Beam

Πολύς κόσμος λέει, Jim Beam, οκ, πάμε παρακάτω. Όμως αυτό σας διαβεβαιώνω ότι είναι μια λανθασμένη προσέγγιση και βέβαια θα έλεγα ότι ισχύουν τα ίδια που ισχύουν και για το Glenfiddich. Δηλαδή το ότι και τα δυο αυτά αποστακτήρια έχουν μια τεράστια παραγωγή, δεν σημαίνει ότι μιλάμε για ποτά της πλάκας. Εδώ συμβαίνει ότι ακριβώς και στο κρασί. Μικρός παραγωγός, δεν σημαίνει υποχρεωτικά και καλός παραγωγός, ενώ μεγάλος δεν σημαίνει ότι είναι χάλια. Υπάρχουν μεγάλοι παραγωγοί που είναι χάλια, κάποιοι άλλοι που είναι σούπερ και αντιστοίχως υπάρχουν χάλια μικροί παραγωγοί και κάποιοι άλλοι από αυτούς είναι σπουδαίοι. Δοκιμάστε το απίθανο Syrah Wild Ferment του Κώστα Βρυνιώτη και θα καταλάβετε τι εννοώ. Σπουδαίο λοιπόν το Jim Beam και ας είναι αποστακτήριο με τεράστιας κλίμακας παραγωγή. Σε αυτό το σημείο όμως, έφτασε η ώρα να πούμε

Λίγα λόγια για την ιστορία, όπως πάντα.

Μιλώντας για το Jim Beam, μιλάμε για μια από τις ιστορικότερες και αρχαιότερες φίρμες. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το 1795 οι Jacob και Johannes Beam ή Bohm, ιδρύουν το αποστακτήριο, το οποίο τότε ονομάζεται Old Tub και το whiskey που πουλάνε λέγεται Old Jake Beam Sour Mash. Κατόπιν, το 1820, ο David Beam, γιος του πρώτου και ανιψιός του δεύτερου, αναλαμβάνει την επιχείρηση και το 1854 μετακινεί το αποστακτήριο στο Nelson County για να έχει καλύτερη πρόσβαση στο σιδηρόδρομο και επομένως καλύτερη μετακίνηση του προϊόντος στις αγορές.

Αμέσως μετά, ο James Beauregard Beam, είναι αυτός που τρέχει το αποστακτήριο, ώσπου το 1920 ξεκινάει η ποτοαπαγόρευση. Όταν το 1933 ο Ρούζβελτ υπογράφει τη λήξη της, ο James χτίζει ένα καινούριο αποστακτήριο στο Clermont του Kentucky. Το αποστακτήριο χτίζεται σε 120 μόλις ημέρες και βρίσκεται κοντά στο σπίτι του James στο Bardstown.Ταυτοχρόνως, ιδρύει την James B. Beam Distilling Company, μαζί με τους Harry Homel, Helmut Blum, Oliver Jacobson και Jeremiah Beam. Από τότε και μετά, το όνομα μένει ως έχει και τώρα, δηλαδή Jim Beam.

Το αποστακτήριο έχει παράδοση να βγάζει θρυλικούς master distillers. Ο Booker Noe, εγγονός του Jim, ο οποίος υπηρέτησε το αποστακτήριο για πάνω από 40 χρόνια, είναι ένας θρύλος και μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον εμβληματικό Jimmy Russel του Wild Turkey, διαβάστε το σχετικό άρθρο. Μετά από τον Booker αναλαμβάνει ο Jerry Dalton, ο μοναδικός μη συγγενής που έκανε αυτή τη δουλειά και αμέσως μετά ο Fred Noe, έβδομης γενιά master distiller και επίσης συγγενής. Αξιοσημείωτη επίσης είναι η σχέση του αποστακτηρίου με το Heaven Hill και το Makers Mark, αφού η οικογένεια Beam έχει δώσει ένα σωρό master distillers και στα δυο αποστακτήρια, όπως Parker Beam, Craig Beam, Joseph Beam, Harry Beam, Earl Beam, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσαμε να πούμε ότι λειτουργούν και ως συγκοινωνούντα δοχεία. Ιδιοκτήτρια εταιρία μέχρι το 2014 ήταν η Fortune Brands, επίσης ιδιοκτήτρια και στο Laphroaig, ενώ πλέον ιδιοκτήτρια είναι η Suntory, ιδιοκτήτρια επίσης σε Yamazaki και Bowmore.

Λίγα ακόμη λόγια

Στο μεταξύ, υπάρχει μια ακολουθία έντονων ιδιομορφιών στις δυο εγκαταστάσεις του Jim Beam, στο Clermont και στο Boston του Kentucky. Σε αυτό όμως που δίνουν τη μεγαλύτερη σημασία στο Jim Beam, όποιος κι αν ήταν ο master distiller, είναι η μαγιά. Για τους περισσότερους ποτοποιούς στη Σκωτία, η μαγιά είναι απλώς ένας καταλύτης που μετατρέπει τα σάκχαρα σε αλκοόλ και διοξείδιο του άνθρακα, ωστόσο για τους ποτοποιούς στην Αμερική λειτουργεί τελείως διαφορετικά στο μυαλό τους, σε βαθμό που κάποιοι από αυτούς να δίνουν στη μαγιά μαγικές ιδιότητες. Για παράδειγμα,στο Jim Beam, την δεκαετία του 30, τη μαγιά την έφτιαχνε ο Jim μέσα στην κουζίνα του και από τότε δεν άλλαξε τίποτα, αφού και οι μεταγενέστεροι από αυτόν ποτοποιοί, την ίδια μαγιά χρησιμοποιούν. Ο προηγούμενος διευθυντής απόσταξης, Jerry Dalton έλεγε. Κάθε μαγιά δημιουργεί διαφορετικά επίπεδα ζυμέλαιων, τα οποία σχηματίζουν εστέρες με τα οξέα που υπάρχουν. Κάθε μαγιά δίνει διαφορετικές αναλογίες από αυτά τα ζυμέλαια και έτσι έχουμε πολλά διαφορετικά γευστικά προφίλ.

Εκτός από την ιδιαίτερη μαγιά, έχουμε κι άλλη μια ιδιαιτερότητα. Δεν έχουμε ούτε δυο, ούτε τρεις, αλλά δυόμισι φορές απόσταξης, όπως και στο Springbank. Οι ατμοί από τον αποστακτήρα ζύθου, περνούν μέσα από έναν αποστακτήρα Thumber, προτού αποσταχτούν ξανά μέσα στο διπλασιαστή. Οι διευθυντές απόσταξης στο Jim Beam, είναι λίγο από καλλιτέχνες και λίγο από επιστήμονες λοιπόν, αν συνυπολογίσουμε όλα τα παραπάνω και το ότι υπάρχουν ένα σωρό μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας στο αποστακτήριο.

Όσο για τις ετικέτες, η ποικιλία είναι πολύ μεγάλη. Σημαία του αποστακτηρίου το πασίγνωστο Jim Beam White Label και από κοντά τα Black Label, Green Label, ενώ στα premium γίνεται χαμός, με απίθανα ποτά, όπως Basil Haydens, Bakers, Knob Creek, Bookers και άλλα.

Στην υγειά σας


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.