Από τον Κ. Κοντογιώργη


Πάει και η θέα στο Ταίναρο, πάνε και οι βουτιές και δυστυχώς, πάει μου φαίνεται και το καλοκαίρι. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, από όσο θυμάμαι τουλάχιστον, επέστρεψα Αθήνα από τις 25 Αυγούστου και έσπασα όλα τα κοντέρ, αλλά αντιστρόφως. Βλέπετε, ο μικρός μου γιός ήταν μια εβδομάδα άρρωστος και υποχρεωθήκαμε σε άτακτη επιστροφή. Και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, ίσχυσε ο νόμος του Μέρφυ. Μόλις επιστρέψαμε από ταξίδι 350 χιλιομέτρων και αφού χάλασαν οι διακοπές μας, ο μικρός έγινε περδίκι. Με αυτά και με εκείνα, μου φαίνεται έγινα και λίγο ευέξαπτος.

Ή μήπως όχι?

Δεν μου φτάνανε λοιπόν τα χάλια μου, με το που γυρίζω βλέπω και ακούω ένα σωρό πράγματα και μου γυρίζουνε τα μάτια. Πάω από την αρχή. Πάω να πω μια καλησπέρα, ακριβώς κάτω από το σπίτι μου, στο μαγαζί του φίλου μου του Γιώργου, όπου τον πετυχαίνω με δυο κοπελιές στο τραπέζι. Κουβέντα στην κουβέντα λοιπόν, η μια εκ των κυριών μου αποκαλύπτει ότι είναι λέει μπλόγκερ. Όχι μόνο είναι λέει μπλόγκερ, αλλά παίρνει λέει και, άκουσον άκουσον, διακόσια ευρώ για κάθε post. Στο μεταξύ, αυτό το post, σκέφτομαι μια ώρα αν θα το γράψω στα ελληνικά ή στα αγγλικά. Τέλος πάντων. Και εκτός αυτού, είναι λέει και υπεύθυνη για τα social media σε διάφορα μαγαζιά. Είναι επάγγελμα αυτό, ενημερώστε με κάποιος σας παρακαλώ, γιατί μάλλον έχω χάσει επεισόδια. Και πάω παρακάτω και με ρωτάει πόσους φίλους λέει έχω. Και βέβαια απαντάω, ότι έχω το Γιώργο, τον Νίκο και το Βαγγέλη σαν κολλητούς και ακόμη ένα δυο όχι τόσο κολλητούς, υπό την έννοια ότι δεν έχουμε τόσο τακτική επαφή. Και αφού με κοιτάει σαν να είμαι κάποιο παράξενο πτηνό, μου λέει ότι εννοεί φίλους στο facebook. Και αφού απαντάω ότι έχω έναν λογαριασμό, που δεν τον έφτιαξα καν εγώ και που είναι πιο πιθανό να χιονίσει τον Σεπτέμβρη, παρά να δεις ανάρτηση από εμένα, λέω τέλος πάντων ότι έχω τέσσερις χιλιάδες και κάτι ψιλά. Από ότι κατάλαβα, το νούμερο φάνηκε μικρό στην κυρία, που αμέσως μου έδειξε με καμάρι ότι έχει λέει 192 Κ φίλους, ή ακόλουθους, ή δεν ξέρω τι διάολο τέλος πάντων. Και τι κάνεις λέω με όλους αυτούς δηλαδή? Βγάζω λεφτά, μου απαντάει. Και πως γίνεται αυτό, κόντρα απαντάω? Διαφημίζω τα πάντα, ξαναμαναπαντάει. Κι άμα είναι χάλια το προϊόν, ρωτάω εγώ ο ηλίθιος, τι γίνεται? Μάλλον δεν με άκουσες, μου λέει. Διακόσια ευρώ το post.

Πίνω ένα δωδεκαράκι Highland Park που με τρατάρανε και πάω να δω τους άλλους δυο φίλους που προανέφερα, αφού, αφενός μεν ήταν ακόμη νωρίς, αφετέρου δε, είχα νεύρα που επέστρεψα άρον άρον από τις διακοπές μου.

Και εκεί, ανοίγω με τα παιδιά το ίδιο θέμα συζήτησης που είχα πριν με την κυρία. Και ενώ περιμένω κάποιος να υπερασπιστεί την δική μου άποψη, βρίσκω το μπελά μου. Θυμάστε που πριν κάποιο καιρό είχα γράψει ότι με πλησίασε πολύ ευγενικός κύριος από διαφημιστική εταιρία, για να προωθήσω γνωστό προϊόν, το οποίο δεν παραδέχομαι? Τι ήταν να το αναφέρω? Μόλις είπα ότι αρνήθηκα επειδή είναι πολύ υπερτιμημένο προϊόν, άκουσα τη γνωστή ερώτηση. Μήπως είσαι, μπιπ? Και ακούστε και τη συνέχεια. Με ξέρουν λέει 30 χρόνια και ξέρουν το χαρακτήρα μου, για τον οποίο δεν τίθεται κανένα ζήτημα. Αλλά πρέπει να σκεφτώ ότι έχω παιδιά και πρέπει να βγάζω λεφτά με κάθε θεμιτό τρόπο. Και επίσης, να μην το έκανα, αν είχα τα λεφτά που έχει ο σεΐχης του Κατάρ. Μα ακριβώς αυτό είναι που λέω και εγώ και αισθάνομαι υπερήφανος για τη στάση που κρατάω. Διότι, αν είχα τα λεφτά του σείχη του Κατάρ, τότε θα ήταν πολύ εύκολο να κρατάω αυτή τη στάση, θα μιλούσα από θέση ισχύος. Επειδή όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο, νομίζω ότι θα άξιζε να βρισκόταν έστω και ένα άτομο που να πεί ένα καλό λόγο για τη θέση μου στο συγκεκριμένο θέμα. Φαίνεται όμως πως είμαι μόνος.

Ακόμη και πριν δυο ώρες, όπου είχα συνάντηση με πολύ μεγάλο όνομα από τον χώρο των ποτών, τον οποίο σέβομαι απόλυτα και με εμπιστεύεται με κλειστά μάτια, δεν μπορώ να πω παραπάνω λεπτομέρειες, μου είπε ότι δεν το χειρίζομαι σωστά. Σκόπευα να γράψω κάτι άλλο σήμερα, για συγκεκριμένο brand και με συμβούλεψε μα μην το κάνω, αν δεν επικοινωνήσω πρώτα με την εταιρία και να τους ενημερώσω, για να δούμε λέει τι μπορώ να πάρω. Μα πως είναι δυνατόν να ζητήσω κάτι τέτοιο, όταν μάλιστα είμαι ένα άτομο από τη φύση του ντροπαλό? Δεν θα ζητήσεις τίποτα απευθείας, μου λέει, θα είσαι διακριτικός, αυτοί θα καταλάβουν από μόνοι τους τι πρέπει να κάνουν. Και επίσης λέει, δεν σου ζητάει κανείς να διαφημίσεις κάτι που δεν αξίζει, κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ. Αν όμως είναι κάτι που αξίζει προβολής, τότε γιατί να μην βγάλεις και κανένα φράγκο? Δεν ξέρω αν ενδόμυχα σκέφτομαι να κάνω κάτι τέτοιο στο μέλλον και για αυτό δεν προχώρησα σε αυτό που είχα σχεδιάσει να γράψω σήμερα, ή αν απλώς θέλησα να γράψω αυτά που γράφω αυτή τη στιγμή.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, διαβάζω και άρθρο του Νίκου Χατζηνικολάου για τα λεφτά που βγάζουν οι μπλόγκερς. Το 11 τοις εκατό λέει στην Αμερική, βγάζει πάνω από τριάντα χιλιάρικα το χρόνο. Και λέω το εξής. Αν κάποιος έχει κάποιο κατάστημα, είτε κατάστημα με φυσική παρουσία, είτε διαδικτυακό, καταλαβαίνω απολύτως την διαφήμιση. Υπάρχουν, έξοδα, νοίκια, μισθοί, μέχρι εδώ καλά. Αλλά αν κάποιος βάζει μια κάμερα, ή και χωρίς κάμερα και διαφημίζει κάθε λογής προϊόντα, που αξίζουν και που δεν αξίζουν και εισπράττει χρήμα, αυτό τι είναι? Είναι επάγγελμα?Και μήπως τελικά έτσι πρέπει να γίνεται? Μήπως πρέπει να αρχίσω και εγώ να τα παίρνω? Φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να πάρω αυτά που αποκομίζουν οι γνωστοί άγνωστοι, ξέρετε ποιους εννοώ. Εγώ δεν μπορώ να επηρεάσω τόσο κόσμο. Όμως κανέναν δεν μπορώ? Γιατί αν ήταν έτσι, τότε δεν θα χτυπούσαν όλη την ώρα τα τηλέφωνά μου από φίλους και πελάτες, οι οποίοι μου ζητάνε πράγματα τα οποία δίνω σαν συνταγή γιατρού. Δηλαδή, όχι τι θα πιούμε, αλλά έχουμε το χ ή το ψ ποσό και κανόνισε εσύ τι θα πιούμε.

Εγώ όταν γράφω κάτι, γράφω επειδή το γουστάρω, αυτό για το οποίο θα γράψω, αν δεν το γουστάρω δεν μου βγαίνει.

Και τώρα, επειδή πήγε 7 η ώρα, μπορούμε να πιούμε δηλαδή, γουστάρω να ανοίξω ένα δεκαοκτάρι Chivas που βρήκα σε τιμή δωρεάν στη Σπάρτη. Και δεν πρόκειται να ενημερώσω κανέναν από την εταιρία που το εισάγει, ούτε για να κάνω δημόσιες σχέσεις, ούτε και για να βγάλω τίποτε. Θα το πιώ επειδή το κάνω κέφι και μου χαϊδεύει τον ουρανίσκο.

Στην υγειά σας


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.