Από τον Κ. Κοντογιώργη


Όπως είχα γράψει και στο άρθρο της περασμένης εβδομάδας, ήμασταν σε αναμονή για το Athens Bar Show, το οποίο τελικά και έφτασε. Μια και δυο λοιπόν, ετοιμάστηκα, ανηφόρισα την οδό Πειραιώς και έφτασα στην Τεχνόπολη. Ας ρίξουμε μια ματιά λοιπόν τι έγινε.

Νομίζω οτι αυτή τη φορά πρέπει να ήταν οι περισσότεροι αριθμητικά εκθέτες, με την επισήμανση οτι η ποιότητα αυτών που είδαμε και κυρίως ήπιαμε, ήταν αντιστρόφως ανάλογη με την ποσότητα. Εκθέτες πάρα πολλοί λοιπόν, ωστόσο δεν επισκέφθηκα ούτε τους μισούς, βλέποντας τι υπήρχε πίσω από τις μπάρες για να πιω. Δεν χρειάζεται φυσικά να αναφέρω, οτι όλο το βάρος είχε πέσει στο κομμάτι του cocktail, μέχρι ενός σημείου φυσιολογικά θα έλεγα, ασχέτως αν εμένα δεν με ενδιαφέρει. Ξεκινάω λοιπόν να τα λέω ένα ένα, με τη σειρά που τα είδα, ή μάλλον τα ήπια.

Η πρώτη επίσκεψη μου ανέβασε το κέφι και μάλιστα χωρίς να το περιμένω. Έχω γράψει πολλές φορές, οτι όταν μιλάω για whisky, ελάχιστες είναι οι χώρες που μου έρχονται στο μυαλό, δηλαδή Σκωτία, Ιρλανδία, ΗΠΑ, Ιαπωνία και τέλος. Κάτι μοδάτα, τύπου Ταιβάν, ή Σουηδίες, ή δεν ξέρω κι εγώ τι, τα βαριέμαι. Μου φαίνεται όμως οτι μπορεί να χρειάζεται και δεύτερη σκέψη. Και γιατί το λέω αυτό? Το λέω γιατί στο περίπτερο της εταιρίας Stauning από τη Δανία, έπαθα πλάκα. Δοκίμασα δυο διαφορετικά malt, ενα τυρφώδες κι ένα γλυκόπιοτο και ήταν και τα δυο απίθανα. Το θέμα είναι οτι δεν έρχεται ακόμη στην Ελλάδα, αλλά από ότι μου είπαν οι υπεύθυνοι του αποστακτηρίου, τους πλεύρισαν αρκετά φυντάνια από τα δικά μας, οπότε πιθανολογώ οτι θα το δούμε και Ελλάδα. Πάμε παρακάτω.

Στο περίπτερο της εταιρίας , μάλλον δυσαρεστήθηκα. Και αυτό διότι δεν δοκίμασα Highland Park 10 ετών, το οποίο ήταν πάνω από τη μπάρα, αλλά όπως με ενημέρωσαν δεν ήταν για να ανοιχτεί. Περιορίστηκα στο εξαιρετικό, πλην όμως χιλιοφορεμένο από εμένα, δωδεκάρι, μένοντας με την απορία γιατί παρουσιάστηκε εκεί το μπουκάλι, αφού δεν ήταν για να δοκιμάσει ο κόσμος. Και για να κάνω κατευθείαν μια σύνδεση με το αμέσως επόμενο, θεωρώ πιο λογική τη στάση της εταιρίας Άμβυξ, η οποία αφού δεν ήθελε να δώσει βάση στο Balvenie, δεν το έφερε και καθόλου στην έκθεση. Απλά πράγματα. Είχε όμως μια πολύ ωραία μπετονιέρα, την οποία είχαν διαμορφώσει σε σημείο όπου μπορούσε κανείς να απολαύσει το εξαιρετικό Monkey Shoulder. Αξιοσημείωτο εδώ οτι μόλις ζήτησα μισό dram σκέτο, με κοιτάζανε σαν να είμαι κάποιο παράξενο πτηνό. Και βέβαια όταν λέμε μισό dram, εννοούμε μια μεζούρα εικοσιπεντάρα. Ούτε πήγαμε στην έκθεση επειδή μας λείπει το ποτό, απλώς θέλουμε μια ελαφρώς καλύτερη αντιμετώπιση. Την οποία και είχαμε, με το παραπάνω θα έλεγα, στα δυο επόμενα περίπτερα.

Πρώτα στο περίπτερο της εταιρίας LKC, η οποία βλέπω με μεγάλη μου χαρά, οτι φέρνει πλέον ένα σωρό πράγματα και μάλιστα ποιοτικά. Υπήρχε όλη η γκάμα από τα Glengoyne, αλλά δεν ήπια, αφού κατευθείαν μου έδωσαν κάτι άλλο. Και το κάτι άλλο ήταν το εξαιρετικό Tamdhu 12 ετών, το οποίο έρχεται σε αντικατάσταση του Tamdhu 10 ετών, το οποίο βγαίνει εκτός παραγωγής πλέον. Μου άρεσε πάρα πολύ, νομίζω θα ενθουσιάσει όλους τους Speysiders και όχι μόνο. Αμέσως μετά, έσπασα ένα προσωπικό ρεκόρ. Το whisky με τον υψηλότερο αλκοολικό βαθμό που είχα πιεί ποτέ μου, ήταν ένα Glen Mhor, με 66.7 αλκοόλ. Το ρεκόρ αυτό έσπασε για 0,1 τοις εκατό, όμως έσπασε. Δοκίμασα As We Get It, με 66.8 βαθμούς παρακαλώ. Ωραίο dram, που δεν του φαίνονται οι βαθμοί που έχει. Όσο για το ποιό αποστακτήριο είναι από πίσω από την ετικέτα, θα έλεγα οτι κατά πάσα πιθανότητα είναι Glenfarclas, αν λάβω και υπόψη μου οτι Glenfarclas και As We Get It, έχουν προϊστορία συνεργασίας. Σε αυτό το περίπτερο λοιπόν, περάσαμε ωραία, με γενναίες μεζούρες και ευχάριστους ανθρώπους.

Και ακριβώς το ίδιο έγινε και στο αμέσως επόμενο περίπτερο που επισκεφτήκαμε. Ήταν το περίπτερο της εταιρίας Bar Sheed, εκεί που όπως και στο Rhum and Whisky Festival, περάσαμε πολύ ωραία. Ήπια ακριβώς το ίδιο λευκό ρούμι που είχα πιεί και τότε, το οποίο δεν είναι για όλους με το 63 τοις εκατό αλκοόλ, αλλά μόνο για όσους μπορούν να το εκτιμήσουν. Αυτό που δεν είχαμε πιεί όμως ήταν το εξαιρετικό Merlet XO. Ένα εξαιρετικό cognac, το οποίο θα είναι οτι πρέπει για το χειμώνα που θα έρθει. Οι μεζούρες μεγάλες, οι φάτσες χαμογελαστές, και ο Γιώργος Δραγάζης πίσω από τη μπάρα, ενημερωμένος, κεφάτος και φευγάτος, με καλή έννοια εννοείται. Και εδώ περάσαμε πολύ καλά και ευχαριστούμε πολύ για τη φιλοξενία.

Πάω παρακάτω, όπου από ότι φαίνεται αποτελεί παράδοση να προσπαθούν ορισμένοι να μας εκνευρίσουν.Κύριοι της εταιρίας Δυναμική, σας είπε κανείς οτι πρώτη φορά στη ζωή μου θα έπινα Bowmore 12 ετών, ή Glen Garioch Founders Reserve, η δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο από τα εξαιρετικά ομολογουμένως whisky που είχατε στο περίπτερό σας? Όχι φυσικά, τα έχω πιεί όλα πολλάκις, κατά πάσα πιθανότητα, πολλά χρόνια πριν από τους περισσότερους από εσάς. Όμως τη δεδομένη χρονική στιγμή, γούσταρα να πιώ μισό dram Laphroaig δεκάρι, το οποίο όμως και δεν ήπια, αφού όπως πληροφορήθηκα από την ευγενέστατη κοπέλα πίσω από το μπαρ, δεν ήταν για άνοιγμα. Τότε γιατί ήταν? Το περίπτερο υψηλής αισθητικής, η παρουσίαση ωραία, τα ποτά σας πολύ ωραία, γιατί το χαλάσατε έτσι? Είναι μπουκάλια που δεν έχουν κόστος, για μια εταιρία τέτοιου βεληνεκούς. Εδώ εμείς με το καλημέρα έχουμε σκορπίσει 17 φιάλες δεξιά κι αριστερά και δεν μιλήσαμε καθόλου. Για να παίξω όμως πενήντα πενήντα και να μην αδικήσω κανέναν, τα whisky ηταν τα περισσότερα υψηλής ποιότητας.

Ευτυχώς συνήλθαμε αμέσως, γιατί είδαμε πολύ ωραίες εικόνες. Και αυτές ήταν για ακόμη μια χρονιά, στο περίπτερο της εταιρίας Καρούλιας, το οποίο ήταν στην κυριολεξία εξωτικό και θύμιζε Καραιβική. Απολαύσαμε νοερά τα ποτά που βρίσκονταν εκεί, μιας και αυτό που θέλαμε διακαώς, ήταν να πάμε στο έτερο περίπτερο της ίδιας εταιρίας, το λεγόμενο Whiskey Room. Είδαμε πολλά ωραία whisky, είδαμε Glen Moray Sherry Finnish, Glen Moray Port Finnish, και ήπιαμε την ουισκάρα Port Charlotte 10 ετών. Υπέροχο whisky, το οποίο είναι πολύ τυρφώδες, χωρίς να φτάνει τα επίπεδα τύρφης του λατρεμένου Octomore 07.1, με την αίσθηση του φρούτου και της βανίλιας στο στόμα, να δίνουν ένα εξαιρετικό τελικό αποτέλεσμα.

Αμέσως μετά είδαμε ακόμη ένα πολύ όμορφο περίπτερο.Ήταν αυτό που έφτιαξε η εταιρία Diageo, ειδικά για την βότκα Belvedere. Μας εντυπωσίασε το πόσο πολύς κόσμος ήταν μαζεμένος και από ότι φαίνεται για σοβαρό λόγο, μιας και μιλάμε για μια από τις καλύτερες βότκα που κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Δεν δοκίμασα ακόμη τις καινούριες εκδόσεις Smogory και Lake Bartezek, ακούω όμως εξαιρετικά λόγια και για τις δυο.

Τελειώσαμε στο περίπτερο της εταιρίας Τσακνάκης. Εδώ είχε πολύ πράγμα να πιούμε, αρκεί να υπήρχε κέφι. Ήπιαμε το εξαιρετικό Kilchoman Sanaig, ήπιαμε Matsui 18 ετών, και ήπιαμε και κάτι απίθανο. Ήταν Port Askaig 14 ετών, με παλαίωση σε βαρέλια bourbon πρώτου γεμίσματος, το οποίο μας εντυπωσίασε με αρώματα και γεύσεις τύρφης, μαζί με μπόλικο φρουτάκι που αναγνωρίσαμε, παρά τα μπόλικα που είχαμε καταναλώσει.

Γενικώς, πολλοί εκθέτες, χαμηλότερη κατά τη γνώμη μου ποιότητα εκθεμάτων, για αυτό το λόγο διαλέξαμε τα καλά περίπτερα.

Και του χρόνου


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.