Από τον Κ. Κοντογιώργη


Η χώρα μας είναι από τις ωραιότερες του κόσμου. Υπέροχα χωριά, υπέροχα νησιά, υπέροχες παραλίες, αλλά και μερικές πόλεις που δεν θα είχαν τίποτα να ζηλέψουν από κάποιες από τις πόλεις του εξωτερικού, που βλέπουμε σε καρτ ποστάλ, ή στην τηλεόραση και μένουμε με το στόμα ανοικτό. Η Κρήτη έχει Χανιά και Ρέθυμνο, η Πελοπόννησος το αισθησιακό Ναύπλιο και το απολύτως χαλαρωτικό Γύθειο, η Στερεά Ελλάδα έχει Ναύπακτο και Γαλαξίδι, η Ήπειρος Ιωάννινα και Πάργα, η Θεσσαλία τα απίθανα Τρίκαλα. Σίγουρα όλο και κάτι θα ξεχνάω, αλλά εκεί που έχουμε τις πιο ωραίες πόλεις μαζεμένες, είναι η Βόρεια Ελλάδα και κυρίως η Μακεδονία. Τί Σιάτιστα, τι Βέροια, τι Νάουσα, τι Έδεσσα, όλες εδώ είναι. Καστοριά και Φλώρινα, Δράμα και Καβάλα, Ξάνθη και Αλεξανδρούπολη, στη Θράκη οι δυο τελευταίες. Όμως, σπουδαιότερη όλων και από τις ομορφότερες, είναι η Νύμφη του Θερμαϊκού, η πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Σήμερα μιλάμε για τη

Θεσσαλονίκη

Για τη Θεσσαλονίκη λοιπόν και όχι μόνο, όπως θα δείτε και στη συνέχεια. Είχα χρόνια να πάω. Και αφορμή δόθηκε από δουλειά που προέκυψε. Και όταν λέμε βέβαια δουλειά, εννοούμε whisky, αλλά δεν επεκτείνομαι άλλο πάνω σε αυτό, διότι δεν ενδιαφέρουν τον κόσμο οι δικές μου δουλειές. Στην αρχή σκέφτηκα να ανέβω μόνος, αλλά με δεύτερη σκέψη, αποφάσισα οτι θα πέρναγα καλύτερα με την αγαπημένη μου σύζυγο. Οπότε, παρκάρισμα τα παιδιά στην καλή μου πεθερά και δρόμο για Θεσσαλονίκη. Για τη γυναίκα μου ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινε, του λόγου μου όμως, πρέπει να έχω πάει πάνω από 30 φορές. Τουλάχιστον επτά φορές μετράω, όταν επισκεπτόμουν την ιστορική Τούμπα, συνοδεύοντας την αγαπημένη μου ομάδα. Όσοι ξέρετε τι ομάδα είμαι, ξέρετε, για τους υπόλοιπους θα το βάλω σαν κουίζ, στο οποίο νομίζω οτι μόνο οι παλαιότεροι θα απαντήσουν. Μόνο μια ομάδα συνοδευόταν από φιλάθλους της στην Τούμπα, κατά τη δεκαετίες του ενενήντα και κυρίως του ογδόντα. Βέβαια, δεν είχα την τύχη να δω στην Τούμπα να παίζουν Γιώργος Κούδας και Σταύρος Σαράφης, αλλά επτά φορές τις πήγα. Βάλε κι οτι είχα γνωρίσει και φίλους από το στρατό, ανέβηκα όπως προείπα πάνω από 30 φορές. Άρα την πόλη την ήξερα. Ωστόσο, όπως έλεγε και ένας φίλος που τον έχω χάσει, το καλό δεν χορταίνεται ποτέ. Έτσι κι εγώ, όσες φορές κι αν πάω, πάντα μου αρέσει. Εκείνη που έπαθε όμως πλάκα, ήταν η γυναίκα μου, η οποία εντυπωσιάστηκε. Με τις μεγάλες λεωφόρους, με τα δέντρα δεξιά κι αριστερά των δρόμων, με τις πλατείες και όχι μόνο την Πλατεία Αριστοτέλους, με τα υπέροχα διατηρημένα νεοκλασσικά, με τη Νέα Κρήνη και την Καλαμαριά. Και τι να προλάβει να δει κανείς σε ένα βράδυ?

Μόλις φτάσαμε ξενοδοχείο, ξεκουραστήκαμε λίγο διότι ανεβήκαμε οδικώς και γραμμή για ψάρι στη Νέα Κρήνη. Μετά το ψάρι ήθελα να πιώ. Και τότε συνέβη το απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο. Πήγα εκεί που οφείλει να πάει, οποιοσδήποτε αγαπάει το whisky. Τώρα θα μιλήσω για το

Bar LAB SKG

Πραγματικά εδώ είναι από τις περιπτώσεις που δεν ξέρω ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος για να ξεκινήσω. Από το πολύ όμορφο μαγαζί, από τα απίθανα ποτά που μπορεί κάποιος να πιεί εκεί, από τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από αυτή την ιδέα, διότι περί ιδέας πρόκειται, όχι όμως με την έννοια της λέξης, όπως χρησιμοποιείται συχνά, αλλά με διαφορετική έννοια, όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω. Νομίζω οτι πρέπει να ξεκινήσω με το πιο σημαντικό, τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από το μαγαζί και κυρίως την τρέλα που κουβαλάνε.

Έχω γράψει ξανά και ξανά, οτι είναι μεγάλη η χαρά μου, όταν διαπιστώνω οτι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την ίδια τρέλα με τη δική μου, η χαρά μου γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν τύχει και τους γνωρίσω κιόλας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι άνθρωποι που βρίσκονται πίσω από το Bar LAB SKG είναι ο Νίκος Χατζηανδρέας και ο Αλέξανδρος Σουρμπάτης. Ας δούμε λοιπόν για τι ακριβώς τύπους μιλάμε.

Ξεκινάω με το Νίκο. Όσοι διαβάσατε το άρθρο της προηγούμενης εβδομάδας, αλλά και όσοι με ξέρετε, γνωρίζετε την αγάπη μου για το whisky, αλλά και τη ζημιά που μου έκανε και μου κάνει στην τσέπη εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ακριβώς ίδια περίπτωση νομίζω οτι είναι και ο Νίκος Χατζηανδρέας, με τη διαφορά οτι έχει μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα από τη δική μου. Αντί να πουλάει πίνει, αντί να πουλάει συλλέγει, ενώ θα έλεγα από το πολύ λίγο που τον γνώρισα, οτι είναι εντελώς αντιπροσωπευτικός τύπος της λέξης χαλαρά. Δεν είχα την τύχη να πάω στο Spinte, και να απολαύσω τα απίθανα whiskies που φιλοξενήθηκαν εκεί, για τα ποτά όμως θα μιλήσουμε αργότερα. Όπως και να έχει όμως, μιλώντας με τον Νίκο ήταν εύκολο να καταλάβω οτι πρόκειται για άτομο, με το οποίο μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος και το βλέπουμε πρώτα σαν πάθος και μετά σαν επάγγελμα, ή μήπως και καθόλου για επάγγελμα, δεν ξέρω. Πάω τώρα στον έτερο της παρέας. Τη γνώμη μου για τη συντριπτική πλειοψηφία των bartenders(shic?) και το σελεμπριτιλίκι που πουλάνε οι περισσότεροι, την ξέρετε. Ο Αλέξανδρος όμως είναι διαφορετική περίπτωση. Είναι ο μοναδικός από δαύτους που έχει αποκαλέσει τον εαυτό του μπάρμαν, σε ανάρτησή του στο διαδίκτυο. Πράγμα που σημαίνει οτι δεν τον άλλαξε η επιτυχία που δικαίως γνωρίζει, ενώ επίσης είναι χαλαρός και αυτοσαρκάζεται. Ακόμη, είναι κατά τη γνώμη μου και από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, τρομερός γνώστης στο whisky. Υπάρχουν κάμποσοι ακόμη που το κατέχουν το αντικείμενο, όπως για παράδειγμα ο Σπυρόπουλος, νομίζω όμως οτι είναι στους δυο τρεις πιο καλούς ο Αλέξανδρος, ενώ βέβαια δεν γνωρίζει μόνο whisky. Έχουμε ξαναπεί, γνώση στο συγκεκριμένο ποτό υπάρχει στην Ελλάδα, η περισσότερη όμως βρίσκεται εκτός bartending. Και μια απορία. Δεν κουράζεσαι ποτέ? Από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο είσαι, από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα. Και μένα μου αρέσουν υπερβολικά τα ταξίδια, όλα μου τα λεφτά τα έφαγα και τα τρώω, σε ταξίδια, whisky και κάτι άλλο, αλλά αυτό το πράγμα δεν το έχω ξαναδεί. Επομένως αυτό που σου εύχομαι είναι καλά ταξίδια. Και αφού μιλάω για τους ανθρώπους, κάτι τελευταίο. Επειδή ξέρω οτι είστε φανατικοί του Ardbeg και το δεκαράκι το βάζετε ακόμη και στο τσάι, κι εγώ απόψε ένα τέτοιο θα ανοίξω, μόνο όμως επειδή ξέμεινα από δεκάρι Springbank. Εννοείται οτι αστειεύομαι, απίθανα dram και τα δυο.

Φεύγω από τους ανθρώπους και πάω στο μαγαζί, φαντάζομαι όμως οτι αργότερα πάλι στους ανθρώπους θα καταλήξω. Καταρχάς, βρίσκεται σε μια περιοχή, που όσες φορές κι αν είχα πάει Θεσσαλονίκη, δεν την είχα επισκεφτεί και ομολογώ οτι μου άρεσε πολύ. Το μαγαζί, αυτό καθαυτό, έχει μια σχετικά μίνιμαλ αισθητική θα έλεγα, κάτι που εμένα προσωπικά μου αρέσει, αφού τα πολύ φορτωμένα μαγαζιά δεν είναι του γούστου μου. Όμορφα τραπέζια και καρέκλες, χωρίς πολύ μπιχλιμπίδι και πολύ ωραίο και ευγενικό service. Από όσο γνωρίζω, σερβίρει και φαγητό, αν δεν κάνω λάθος, καθώς επίσης και καφέδες φτιαγμένους από παράξενες ποικιλίες καφέ, τις οποίες δεν γνωρίζω, δεν πίνω καφέδες εξάλλου και δεν καπνίζω. Πίνω όμως αλκοόλ. Και πάμε στο ζουμί.

Από την αρχή είπαμε οτι εδώ μεγάλη βάση δίνεται στο αλκοόλ. Αμέτρητες ετικέτες από ρούμι, cognac, αλλά στο whisky χάνεται η μπάλα. Και εδώ θα επιστρέψω αναγκαστικά στους ανθρώπους. Από οτι κατάλαβα από αυτά που συζητήσαμε με το Νίκο, στο Spinte πρέπει να υπήρχαν λίγες περισσότερες ετικέτες. Αλλά δεν είναι εκεί το ζητούμενο. Ούτε πρόκειται να πάρω μεζούρα και να μετρήσω που υπάρχουν οι περισσότερες ετικέτες στην Ελλάδα, έστω κι αν είμαι σχεδόν σίγουρος οτι εδώ είναι οι πιο πολλές. Για την ιστορία, είναι πάνω από 300, 350, ίσως και 400, δεν ξέρω, αλλά όπως προείπα, δεν είναι εκεί το ζήτημα. Το ζήτημα είναι να βλέπεις αληθινό πάθος και αλήθεια σε αυτό που σου προσφέρουν. Και στο Bar LAB SKG, όλα αυτά, όχι απλώς υπάρχουν, αλλά θα έλεγα κι οτι περισσεύουν. Πάμε τώρα να δούμε τι ήπια και μετά θα δούμε και τι άλλα καλούδια έχει μέσα. Ξεκινάω με τα δικά μου πιώματα. Ή για να είμαι ακριβέστερος, τα δικά μου και της συζύγου.

Με βάση αυτά που έπινε όλο το χειμώνα, παρήγγειλε το αναμενόμενο. Μετά το ψαράκι της, ένα Jameson ήταν ότι έπρεπε, αλλά εγώ έπρεπε να πάω αλλού. Στη σύντομη προκαταρκτική συζήτηση με το Νίκο, ζήτησα Springbank, μου πρότεινε δεκαπεντάρι, το οποίο όμως και απέφυγα, αφού λίγες μέρες πριν ανέβω Θεσσαλονίκη, είχα αδειάσει ένα μπουκάλι από αυτό στο σπίτι. Και πριν προλάβω να πω αυτό που μου ήρθε αυτόματα στο μυαλό, με πρόλαβε ο Νίκος, που σκέφτηκε ακριβώς το ίδιο. Έτσι, κάθησα στο τραπέζι και ήρθε ένας δίσκος με, όχι ένα, αλλά δυο μπουκάλια Wolfburn. Ξεκινάω με το πρώτο το οποίο δεν ήταν whisky, αλλά new make spirit. Μόνο εδώ τα πίνεις αυτά. Δεν έχω πιεί πάρα πολλά new make. Έχω δοκιμάσει ένα από το Strathisla, σε 63.5 τοις εκατό αλκοόλ, θα έλεγα μάλλον μέτριο, ενώ ένα Kingsburns δεν πινόταν με τίποτα, ήταν σαν να μασάς παπούτσια. Ένα Tullibardine και ένα Highland Park, σχετικά καλά, αλλά αυτό το Wolfburn μου άρεσε περισσότερο από όλα τα προηγούμενα και ήταν ιδανική εισαγωγή για το επόμενο Wolfburn, το οποίο αυτή τη φορά ήταν whisky. Αλκοολικός βαθμός 55.8 τοις εκατό, απαλά και γλυκά αρώματα, με έμφαση στη βανίλια, πολύ ωραίο χρώμα χρυσαφί, με πορτοκαλί ανταύγειες, αν μπόρεσα να δω καλά, γιατί ήταν και μαύρη νύχτα και πολύ ωραία γεύση γλυκών μπαχαρικών, με ελαφριά κάπνα και χορταστική επίγευση. Πολύ ωραίο dram.

Σηκώθηκα για λίγο από το τραπέζι, πήγα στη συλλογή και διάλεξα το επόμενο, το οποίο ήταν Benriach Peated Authenticus 21 ετών. Εδώ δεν χρειάζεται να πω πολλά, είναι ένα dram, για το οποίο έχουμε μιλήσει ξανά και ξανά. Όλα καλά λοιπόν, το μόνο που δεν ευχαριστήθηκα, ήταν το οτι δεν μπορούσα να καθίσω παραπάνω, διότι η ώρα ήταν περασμένη και είχα ταξίδι πρωί πρωί, άσε που δεν ήμουν και μόνος. Και βέβαια δεν πρέπει να λησμονήσουμε τη

Συλλογή

Κακός χαμός λοιπόν. Ξεκινάω με τα Highland Park. Και τα τέσσερα μπουκάλια της σειράς Valhala, επίσης Ice και Fire. Από Ardbeg, όλα σχεδόν τα μπουκάλια της μεταγενέστερης εποχής του αποστακτηρίου, αφότου ανέλαβε δηλαδή το Glenmorangie και ο Dr Bill Lumsden σαν Master Distiller. Είδα Bruichladdich Links, δεν θυμάμαι ποιό από όλα, είδα κάποιο από τα single cask του Glengoyne, είδα Clynelish 19 ετών, σε ανεξάρτητη εμφιάλωση, το οποίο πληροφορήθηκα από φίλο οτι είναι τρομερό dram, αλλά την πάτησα και δεν το δοκίμασα, είδα Caol Ila Unpeated 18 ετών. Υπήρχαν ακόμη, Kininvie και 17 και 23 ετών, και αφού είπα Kininvie, είδα και Balvenie Carribean Cask, είδα και τρομερό Yoichi δεκάρι. Τι όμως να προλάβω να δω σε ένα βράδυ, τι να προλάβω να πιω, τι να προλάβω να πω.

Θα κλείσω όπως ξεκίνησα. Με τους ανθρώπους. Μόνο με πάθος και μεράκι, γίνονται μαγαζιά σαν αυτό. Ελπίζω στο επανειδείν και γρήγορα.


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.