Από τον Κ. Κοντογιώργη


Χτες το βράδυ πήγα νωρίς για ύπνο. Δηλαδή, στις 11.30 ήμουν στο κρεβάτι μου. Η παρέα που είχαμε μέχρι και το απόγευμα, έφυγε για να συνεχίσει διακοπές σε άλλες πολιτείες και με έπιασε μια μελαγχολία, την οποία μάλλον μου μετέδωσε η γυναίκα μου, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Λίγο η αποχώρηση των φίλων μας, λίγο το ότι βλέπω ότι ζυγώνουν οι μέρες να φύγω από αυτό τον ευλογημένο τόπο, λίγο και οι τρεις μπύρες που ήπια αργά το απόγευμα, με έφεραν σε μια κατάσταση γλυκιάς νύστας. Την έπεσα λοιπόν για ύπνο.

Στις 3 όμως ξύπνησα. Και αυτή την ώρα ήμουν ο μόνος που ήμουν ξύπνιος, οι υπόλοιποι στο σπίτι ήταν σε βαθύ ύπνο. Η ησυχία που έχει αυτός ο τόπος, είναι υπεράνω περιγραφής. Πως είναι δυνατόν να περιγράψω κάτι τέτοιο? Και να ήταν το μόνο που δεν περιγράφεται. Αυτό τον τόπο δεν μπορεί κανείς να τον περιγράψει. Είναι κάτι που πρέπει να το ζήσει κανείς για να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Η Patron Anejo που είχα, ήταν στον από κάτω όροφο και αυτή την ώρα βαριόμουνα για πολλά πάνω κάτω. Εκτός αυτού, η συγκεκριμένη ώρα και οι άκρως ηρεμιστικές συνθήκες απαιτούσαν κάτι αντιστοίχως γλυκό και ηρεμιστικό, οπότε πήρα το δωδεκάρι Balvenie που ήταν στο ψυγείο και βγήκα στη βεράντα. Και κάπου εδώ αρχίζει η μαγεία.

Αυτό που βλέπω δεν είναι σκοτάδι. Δεν είναι έτσι τα σκοτάδια. Αυτό είναι φως. Ένα γλυκό φως, που φωτίζει και γαληνεύει την ψυχή. Όσοι είχατε διαβάσει το άρθρο για την Αίγινα, θα θυμάστε οτι είναι ο αγαπημένος τόπος των παιδικών μου αναμνήσεων. Η γνωριμία μου με τη Μάνη όμως, είναι μια ευλογημένη συγκυρία για μένα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου γνώρισα αυτό τον τόπο, όταν ήμουν έντεκα χρονών, σε ένα γύρο της Πελοποννήσου που είχαμε κάνει με τους γονείς μου, το καλοκαίρι του 1977. Φαίνεται πως ήταν γραφτό να επιστρέψω εδώ και κάτι τέτοιο έγινε μετά από 25 χρόνια, το 2002. Αυτός είναι ο τόπος που έχω αγαπήσει όσο λίγους, σαν να ήταν δικός μου τόπος καταγωγής. Αλλά κάτι τέτοιο δεν γίνεται τυχαία. Απαριθμώντας τους λόγους για τους οποίους αγαπάω τόσο πολύ τη Μάνη, δεν ξέρω από που να αρχίσω και που να τελειώσω. Μήπως είναι οι ατέλειωτες παραλίες με τα γαλάζια πεντακάθαρα νερά, όπως η Άμπελος, το Σαρολιμένι, το Πόρτο Κάγιο, το Μέζαπο, η Κυπάρισσος? Μπα, δεν θα είναι αυτό. Μήπως είναι οι πύργοι της Μάνης που στέκουν περήφανοι, ατενίζοντας οι περισσότεροι το απέραντο γαλάζιο, είτε του Λακωνικού, είτε του Μεσσηνιακού κόλπου? Δεν νομίζω. Ίσως τα απίστευτα τοπία, που σου κόβουν την ανάσα και τα χωριά με την απίθανη θέα, όπως το δικό μας, τα Τσικαλιά, ή η θρυλική Βάθεια? Δεν ξέρω, πιθανόν. Μήπως είναι η πρωτεύουσα της Μέσα Μάνης, η απολύτως ατμοσφαιρική Αρεόπολη, στην οποία όταν περπατάω νομίζω ότι βρίσκομαι σε κάποιο από τα αγαπημένα μου Κυκλαδονήσια? Ίσως. Νομίζω όμως ότι δεν είναι τίποτα από όλα αυτά τόσο σημαντικό. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που κάνουν τη διαφορά. Αυτοί με την λεβέντικη μανιάτικη ψυχή και το πηγαίο χαμόγελο. Αυτοί οι άνθρωποι, που είναι απόγονοι αυτών που σταματήσανε δυο φορές τους Τούρκους, στη Βέργα του Αλμυρού και στο Πολυάραβο. Αυτοί οι ειδικής κατηγορίας άνθρωποι. Με τον δικό τους παράξενο τρόπο σκέψης, που αν όμως τον καταλάβεις, είναι από τους καλύτερους που μπορείς να συναντήσεις. Και εγώ τον κατάλαβα. Και για αυτό μου συμπεριφέρονται σαν να είμαι δικός τους, έστω κι αν είμαι φερτός, στην δική τους γλώσσα. Αυτός ο τόπος έχει ιστορία, κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό. Έχει όμως και κάτι άλλο. Έχει μια ατμόσφαιρα που σε εκστασιάζει. Δεν μπορώ να το περιγράψω με λόγια. Μόνο το βράδυ που έζησα μπορώ κάπως να περιγράψω.

Η ώρα έχει πάει περίπου 4 και μισή. Το απόλυτο σκοτάδι σπάει μόνο το φως των εκατομμυρίων αστεριών. Και τότε από τον τεράστιο βράχο του Ταίναρου, αρχίζει να φαίνεται αχνά ένα φως. Και μετά από μερικά δευτερόλεπτα σκάει μύτη ένα καράβι με κατεύθυνση την Καλαμάτα. Αυτή η στιγμή είναι αυτή που πάντα εύχομαι να μου τύχει όταν ετοιμάζομαι να έρθω εδώ. Μέσα στο σκοτάδι λοιπόν, εμφανίζεται το καράβι με τα φώτα του, ενώ από πάνω πέφτουν αστέρια ασταμάτητα, με ρυθμό περίπου ένα το λεπτό. Και σε λίγο άλλο καράβι, με αντίθετη πορεία. Θα το αδειάσω μου φαίνεται το μπουκάλι. Που να πάω, ποιός ύπνος, ποιό κρεβάτι. Που θα το ξαναβρώ αυτό? Πάει πέντε και μισή το πρωί και αρχίζει να σπάει η νύχτα. Πάω μέσα, τα παιδιά, αλλά και όλοι μας θα θέλουμε μπάνιο αύριο.

Η χώρα μας έχει απίστευτους τόπους με ομορφιά και ιστορία. Σε πολλά μέρη χτυπάει η καρδιά της Ελλάδας. Ένα από αυτά τα μέρη είναι και η Μάνη και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό, για τους λόγους που προανέφερα. Και δεν ξέρω πραγματικά ποιόν πρέπει να ευχαριστήσω που βρίσκομαι εδώ. Τους προ-παππούδες και παππούδες της γυναίκας μου που έχτισαν αυτό το αρχοντικό, σε δυο χρόνους, το 1860 και το 1933? Τους γονείς της γυναίκας μου, που το φρόντισαν και συνέχισαν την παράδοσή του, ή τη γυναίκα μου που το πήρε τελικά στην κατοχή της, με αποτέλεσμα να κάνουμε εδώ διακοπές? Σίγουρα όλοι αξίζουν ένα ευχαριστώ από εμένα, σε κάποιους μπορώ να το πω, σε κάποιους άλλους θα το πω όταν έρθει και η δική μου σειρά να αποχωρήσω.

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που γράφω, όντας σε διακοπές, από εβδομάδα δυστυχώς θα τα λέμε ενώ θα βρίσκομαι σπίτι.

Και του χρόνου για όλους μας


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.