Από τον Κ. Κοντογιώργη


Αυτή την εβδομάδα επανέρχομαι στο καθιερωμένο σκανάρισμα της αγοράς whisky του εξωτερικού, που είναι ένα από τα αγαπημένα αυτής της στήλης. Πριν αρχίσω, θα ήθελα να απαντήσω δημόσια σε mail που μου έστειλε κάποιος, ο οποίος είναι προφανώς αναγνώστης αυτής της στήλης. Παρεμπιπτόντως, δεν ξέρω πως τόσος κόσμος που δεν γνωρίζω προσωπικά, βρίσκει το mail μου, μου φαίνεται θα αρχίσω να ρωτάω, χωρίς με αυτό να θέλω να πω οτι έχω και πρόβλημα.

Ο φίλος λοιπόν φαίνεται πως, ναι μεν διαβάζει αυτή τη στήλη, αλλά δεν έχει καταλάβει ακριβώς τη φιλοσοφία της και κατ’ επέκταση τη δική μου. Η ερώτηση είχε να κάνει με το πως είναι δυνατόν να πουλάω στο εξωτερικό και να γνωρίζω απέξω κι ανακατωτά την αγορά, αλλά ταυτοχρόνως να είμαι και αθεράπευτος εραστής του αντικειμένου. Και για να είμαι και ειλικρινής, κάτω από την ερώτηση, ανίχνευσα και μια δυσπιστία, μπορεί να κάνω και λάθος, δεν το νομίζω όμως.

Τέλος πάντων, πάμε στην απάντηση. Εδώ μιλάμε για έναν άνθρωπο, ο οποίος πίνει 365 μέρες το χρόνο, για τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια, με εξαίρεση ένα μεγάλο, για τα δικά μου δεδομένα, χρονικό διάστημα τον περασμένο χειμώνα, που λόγω υγείας είχα σταματήσει. Μιλάμε για κάποιον ο οποίος μαζεύει μπουκάλια από το 1992 και από το 2009 και μετά, ασχολείται και επαγγελματικά με το αντικείμενο. Δηλαδή, πίνω από πάντα, για πάντα, συλλέγω με ευλάβεια και αγάπη, εμπορεύομαι. Δυστυχώς, ή και ευτυχώς, η ιδιότητα που έρχεται τελευταία και καταϊδρωμένη, θα έλεγα, είναι αυτή του εμπόρου. Ωστόσο, είναι δυνατόν να τα πίνω ή να τα μαζεύω όλα? Ήδη η ζημιά που κάνω σε καθημερινή βάση στην τσέπη μου, είναι μεγάλη και αυτό ακριβώς επειδή δεν κατάφερα να ξεχωρίσω ποτέ το κομμάτι του εμπόρου, από το κομμάτι του πότη. Δεν είναι δυνατόν να έχω πιεί πάνω από δυο χιλιάδες ετικέτες whisky και να υπάρχει η υπόνοια από κάποιους οτι το χρησιμοποιώ μόνο για εμπορικούς λόγους, όχι δα. Και στο κάτω κάτω, κι αν ακόμη ήταν έτσι, όλοι μας κάπως πρέπει να ζούμε, έχω όμως να πω στο φίλο μας, ότι αν ήταν έτσι, θα ζούσα πολύ καλύτερα και εξάλλου μπορούμε να τα πούμε αυτά πίνοντας ένα dram, για να δούμε κιόλας αν πίνω, ή δεν πίνω και τι πίνω. Και όσο τα γράφω αυτά πρέπει να σκεφτώ και τη διάδοχη κατάσταση για απόψε, γιατί το δεκαπενταράκι Springbank τελείωσε.

Της κακομοίρας πάλι λοιπόν σε όλη την Ευρώπη και γίνανε τα νεύρα μας τσατάλια με τις τιμές που είδαμε. Ξεκινάω με τη Γερμανία. Εδώ δεν υπήρχε κανένα θέμα σχετικά με το ποιός θα κερδίσει, αφού απουσίαζαν τα πανάκριβα Macallan, Karuizawa και Bowmore, ήταν αναμενόμενο το Ardbeg Double Barrel να κάνει περίπατο. Άλλαξε χέρια για 18893 ευρώ. Δεύτερη και τρίτη θέση για τα Macallan 25 ετών, έκδοσης 1977, αλλά σε φιάλη magnum και Macallan Easter Elchies 13 ετών, με 9515 και 8100 ευρώ αντιστοίχως. Πολύ κοντά ένα σχετικά ακριβό Karuizawa 42 ετών, με 8005 ευρώ και αμέσως μετά είχαμε αμερικάνικη εκπροσώπηση, αφού το Willet 24 ετών, άλλαξε ιδιοκτήτη για 6915 ευρώ. Απίθανα τα πήγε και το Springbank Millenium Edition 50 ετών, το οποίο πωλήθηκε για 5560 ευρώ. Αμέσως πιο κάτω και πάνω στο πεντοχίλιαρο, ένα Bowmore 43 ετών και ένα ακόμη Karuizawa, με 5030 και 5005 αντιστοίχως. Σε γενικές γραμμές, τα Macallan πάρα πολλά πάνω από τα δυο χιλιάρικα, χωρίς όμως κάτι πολύ βαρύ, ενώ Balvenie, Laphroaig, Highland Park, πολύ λίγα πράγματα.

Στη Γκλασκώβη είχαμε πολύ ακριβά κομμάτια και θεωρητικώς αμφίβολο ποιός θα είναι ο νικητής, αφού είχαμε μια συλλογή από 16 Karuizawa και ένα Black Bowmore 50 ετών. Τελικά δεν υπήρξε κανένα ντέρμπυ, το σκωτσέζικο έφαγε ζωντανά τα γιαπωνέζικα και έπιασε το αστρονομικό 26000 λίρες, ενώ τα γιαπωνέζικα όλα μαζί μόλις 18500. Για την ιστορία να πω, οτι πριν από δυο τρεις μήνες, το Bowmore είχε μια αξία γύρω στα 21 με 22 χιλιάρικα, με ότι αυτό συνεπάγεται. Πολλά ακριβά Macallan, που φυσικά δεν μπορούσαν να νικήσουν τέτοιο θηρίο, αλλά αυτό δεν τα εμπόδισε να πιάσουν όλα γύρω στις 12 με 12.5 χιλιάδες. Επρόκειτο για κομμάτια από τη σειρά Fine and Rare και επίσης αυτά των 40 ετών παλαίωσης. Αμέσως μετά δυο ακριβά Bowmore, με 10000 και 8800, ενώ εντύπωση μας έκανε η πολύ μεγάλη άνοδος στα Yamazaki 18 ετών, που φλερτάρουν πλέον στις δημοπρασίες με το πεντακοσάρικο, για τα ράφια ούτε λόγος, τα βρίσκεις ακόμη και 1000 ευρώ πλέον.

Θα συνέλθω από όλη αυτή τη ζαλάδα, ανοίγοντας αργότερα bourbon, γιατί τέτοιο τραβάει σήμερα η όρεξή μου. Και αν θές να πιείς καλό bourbon, ένα οκταράκι Wild Turkey από τον κατάλογο του HOW, που είναι και εδώ και πολύ καιρό εκτός παραγωγής, είναι ότι πρέπει.

Στην υγειά σας


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.