Από τον Κ. Κοντογιώργη


Αυτή τη στιγμή είμαι έξαλλος. Τόσο πολύ που θα πρέπει να είμαι πολύ προσεκτικός με αυτά που θα πω σήμερα. Είμαι σε τέτοια κατάσταση, που δεν είναι και δύσκολο να μου φύγει κάτι που δεν πρέπει και πιθανόν να βάλω και σε μπελάδες τους πολύ αγαπητούς και εξαιρετικούς συνεργάτες μου στο HOW. Και όταν λέω μπελάδες, εννοώ οτι μπορεί να γράψω και κάτι που να σηκώνει και μήνυση στο site, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν θέλω, αν ήταν για τον εαυτό μου δεν με νοιάζει. Τέλος πάντων, ξεκινάω, φοράω και το λευκό γάντι και αποφασίζω να κάνω έλεγχο ξανά και ξανά, πριν ανέβει στο διαδίκτυο το σημερινό άρθρο. Πάμε λοιπόν.

Φαντάζομαι οτι η εισαγωγή αυτή θα προκάλεσε ήδη περιέργεια σε όποιον το διαβάζει αυτή τη στιγμή. Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχή, κυρίως για μένα, γιατί γράφοντας, θα κάνω ταυτόχρονα και μια ιστορική αναδρομή, ώστε να διπλοτσεκάρω αν κάπου έχω ευθύνη κι εγώ, γιατί δεν θα το ήθελα σε καμία περίπτωση, δεν το νομίζω όμως, ούτε στο ελάχιστο.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 2010. Ζεστό απόγευμα Ιουλίου και στην πόρτα του μαγαζιού μου στην οδό Σπευσίππου, εμφανίζεται ένας κύριος με έναν χαρτοφύλακα. Μου λέει πως είναι συνάδελφος και πως προτίθεται να με ενημερώσει για την πραμάτεια του. Φυσικά, παρότι δεν τον φώναξα εγώ για κάτι τέτοιο, τον υποδέχομαι με ευγένεια, όπως και οποιονδήποτε περνάει το κατώφλι, είτε του σπιτιού μου, είτε της εργασίας μου και πριν από οτιδήποτε, του προσφέρω ένα dram από την ουισκάρα που έπινα εκείνη τη στιγμή. Αφού λοιπόν περιδρομιάζει μια χαρά το εικοσιενός ετών Balvenie παρακαλώ, αρχίζει το πρόγραμμά του. Έχουμε αυτό, έχουμε εκείνο, έχουμε το άλλο, τα περισσότερα τουλάχιστον αξιόλογα, έως πολύ καλά, και βέβαια μου αφήνει και έναν κατάλογο. Περνάει ο καιρός, αγοράζω κάποια πράγματα που και που, είτε για το μαγαζί, είτε για μένα και πάει λέγοντας.

Ένα ωραίο απόγευμα, αφού παίρνω παραγγελία βιαστική από δικό μου άνθρωπο, πηγαίνω να ψωνίσω τρία μπουκάλια whisky, από αυτά που εισήγαγε ο εν λόγω κύριος. Αφού έχω τον κατάλογό του, γνωρίζω και τι πληρώνω, οπότε αφού παίρνω το τιμολόγιο, αφήνω και το ακριβές αντίτιμο στον πάγκο. Ακούω έκπληκτος οτι η τιμή δεν είναι αυτή και άλλαξε. Βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που ότι ψωνίζω εγώ ανεβαίνει η τιμή του, όπως γίνεται και με τον άλλο το λεβέντη στα βόρεια, αλλά παρόλα αυτά, με ξενίζει. Όταν λοιπόν λέω οτι έχω τιμή καταλόγου, τον παίρνει και τον πετάει στο έδαφος, λέγοντας οτι θέλει πίσω τα μπουκάλια και οτι δεν πουλάει. Φυσικά εγώ τα είχα υποσχεθεί και δεν μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο, οπότε πλήρωσα τη διαφορά και ακολούθησα την προτροπή του κυρίου, να φύγω λέει από το μαγαζί του. Δηλαδή, ήρθε να μου πουλήσει και φιλοξενήθηκε κατά τον καλύτερο τρόπο, ενώ εγώ αγόρασα από το μαγαζί του και έπρεπε να φύγω κι από πάνω. Έφυγα λοιπόν και φυσικά πλήρωσα με τις νέες τιμές 11 ευρώ κι από τσέπη μου, αλλά η υπόσχεση είναι υπόσχεση. Και για να καταλάβετε τι ωραία τα είπαμε, φεύγοντας τον ρώτησα, από πότε νομίζει οτι τα έμαθε και από πότε νομίζει ότι έγινε αυτό που είμαι εγώ. Δεν είναι βέβαια ο πρώτος που ήξερε μόνο τσίπουρο Τυρνάβου και τίποτα άλλο, τους έδειξα πέντε πράγματα να ξεστραβωθούν και νόμιζαν ότι γίνανε και γνώστες .Ε, όχι δα. Τέλος πάντων, δεν ξαναπάτησα ποτέ.

Περνάνε τα χρόνια, έρχομαι στο HOW, όπου όπως γνωρίζετε φροντίζω και για τον κατάλογο με τα spirits. Και επειδή σε αυτά τα ζητήματα, έχω κουλτούρα Σκωτίας και όχι Ελλάδας, προτείνω και στους συνεργάτες μου, μια τηλεφωνική τουλάχιστον επικοινωνία με τον τύπο, διότι είναι άλλο πράγμα τι είναι αυτός και άλλο πράγμα τι είναι τα προϊόντα που εισάγει, τα περισσότερα από τα οποία είναι εξαιρετικά. Δηλαδή, δεν τον απέκλεισα από τον κατάλογο, μόνο και μόνο επειδή εγώ δεν μιλάω μαζί του, ίσα ίσα θέλησα να βάλουμε και δικά του πράγματα. Και τι έγινε? Φυσικά δεν μίλησα εγώ μαζί του, ούτε ήθελα και να γνωρίζει οτι είμαι εγώ αυτός που του κάνει τη χάρη, διότι περί αυτού πρόκειται, όταν του βάζω προϊόντα σε ένα διαδικτυακό κατάστημα, όπως το HOW. Σας πληροφορώ, ότι ακόμη και ο φίλος και συνεργάτης Μιχάλης, ο οποίος είναι η επιτομή του λογικού και του ανθρώπου που μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του, δεν τα κατάφερε να βγάλει άκρη με τον εξαίρετο αυτό κύριο. Είδατε τι ωραία που τα λέω? Δεν υποσχέθηκα οτι θα είμαι προσεκτικός στις εκφράσεις μου? Κύριος είπα, δεν είπα τίποτα κακό. Και παρόλα αυτά, δεν σταματάω να γράφω όλα αυτά τα χρόνια, οτι το τζιν που εισάγει είναι μέσα στα δυο τρία καλύτερα της αγοράς, δεν θα γράψω τώρα ποιό είναι, όχι γιατί θέλω να κάνω αντίποινα, αν ήταν να το είχα κάνει, θα το έκανα νωρίτερα. Απλώς αν το γράψω τώρα, πιθανόν και να του δώσω δικαίωμα να μηνύσει το site για συκοφαντική δυσφήμηση, αφού πλέον θα φαίνεται σαφώς ποιός είναι αυτός ο λεβέντης. Αλλά είπαμε, άλλο αυτός, άλλο το απίθανο τζιν του, τόσο καλό που το σκέφτομαι ποιό είναι καλύτερο, αυτό, ή το τρομερό Grace. Είπαμε και ξαναλέμε και το κάνουμε πράξη τόσα χρόνια. Πενήντα πενήντα όλοι, έστω κι αν είναι κι ο εχθρός μου, αν είναι να του πιστώσουμε κάτι, θα το πάρει.

Και περνάνε και κανά δυο χρόνια και έχει ένα whisky, που ξαφνικά παίρνει αξία. Κι αφού εγώ δεν μπορώ να πάω, πάω με τη γυναίκα μου, περιμένοντας βέβαια λίγο πιο πέρα από το ρημάδι του και λέγοντάς της οτι είμαι οκ να του δώσει 1400 ευρώ για δυο κομμάτια. Επιλέγει να του πει οτι θέλει δυο πολύ καλά δώρα για γιατρούς στους οποίους έχει υποχρέωση και ονοματίζει το συγκεκριμένο whisky και τι νομίζετε οτι κάνει ο τύπος? Ενώ μπαίνει η κοπέλα με τα ωραία της λεφτά να του τα δώσει, εκείνος της κάνει ανάκριση ποιός είναι ο γιατρός που πίνει τέτοιο whisky και ζητάει επιτακτικά να τον βρούν στο διαδίκτυο πρώτα. Τι να πω επιπλέον? Αν έμπαινε δηλαδή στην ασφάλεια για ανάκριση, τι θα γινόταν? Φαντάζομαι οτι εκεί θα ήταν λιγότερες οι ερωτήσεις και περισσότερη η ευγένεια.

Και πάμε στο σήμερα. Ο τύπος είχε ένα κομμάτι από το απίθανο Midleton Cask 39810, το οποίο τους τελευταίους μήνες τρέχει στις δημοπρασίες πιο γρήγορα κι από Ferrari. Θυμόμουν οτι είχε μια τιμή γύρω στα οκτώ κατοστάρικα στο ράφι του εν λόγω κυρίου, οπότε μου φάνηκε καλή ιδέα να τριπλασιάσω τα λεφτά μου, αλλά δεν μπορούσα να πάω εγώ, οπότε κατά τα γνωστά, επιστράτευσα καλό μου φίλο για αυτή την επικίνδυνη αποστολή. Περιμένω λοιπόν λίγο παρακάτω και τον βλέπω να επιστρέφει με άδεια χέρια. Ρωτάω τι έγινε και χλωμιάζω. Γιατί ήξερα τι είναι ο τύπος, δεν λέω τώρα, αλλά όχι και τόσο. Δεν νομίζω οτι υπάρχει κανείς που να φαντάζεται τι τιμή ζήτησε. Αφού πρώτα φρόντισε να βγάλει το ταμπελάκι με την τιμή, μέχρι εδώ καλά, δεν έχω αντίρρησή, έκανε κάτι αδιανόητο. Υποθέτω οτι είχε πάρει χαμπάρι οτι το μπουκάλι ανέβηκε, αλλά δεν ήταν πρόχειρος, δεν θυμόταν, οπότε για να είναι μέσα, τί νομίζετε οτι ζήτησε? Ζήτησε επτάμιση χιλιάδες ευρώ. Επειδή μπορεί να νομίζετε οτι διαβάζετε λάθος, θα το γράψω και με νούμερο: 7500 ευρώ. Έγινα σαφής?

Και θα μου πείτε τώρα. Μαγαζί του είναι, μπουκάλι δικό του είναι, ότι θέλει λέει. Επιτρέψτε μου να έχω διαφορετική άποψη, την οποία και θα τεκμηριώσω .Η αδελφή μου έχει ένα Nissan Micra δεκαπενταετίας και βάλε, το οποίο είναι τόσο σκυλί και αμάσητο, που ο μηχανικός μου λέει, οτι μπορεί να παέι και να γυρίσει από Θεσσαλονίκη, χωρίς να έχει λάδια, ούτε σταγόνα. Δεν χαλάει ποτέ. Ας πούμε τώρα οτι η αδελφή μου το πουλάει, λέμε τώρα. Με αυτόν που μιλάει, πρέπει να ζητήσει δεκαπέντε χιλιάρικα και αν ναι, θα είναι η πρέπουσα συμπεριφορά προς τον υποψήφιο αγοραστή? Ή μήπως θα τον λέει εμμέσως πλην σαφώς ηλίθιο? Eγώ τι να πω για το συγκεκριμένο whisky? Μίλησε μόνο του για πάντα. Αυτό σημαίνει όμως οτι όποιος έχει ακόμη στοκ, πρέπει να προσβάλλει τον πελάτη με αυτή την τιμή που ξεστόμισε? Αν δεν θέλεις να πουλήσεις κάτι, απλώς λες δεν πωλείται. Στο μαγαζί μου είχα τουλάχιστον 70 κομμάτια που δεν ήταν προς πώληση. Όμως έλεγα ευγενικά και ζητώντας συγνώμη από τον πελάτη, οτι δεν πωλείται γιατί είναι από την προσωπική μου συλλογή. Αν δεν πουλάς κύριέ μου, εγώ είμαι ο πρώτος που το σέβομαι, όχι απλώς το σέβομαι, αλλά σου βγάζω και το καπέλο. Δεν έχεις το δικαίωμα όμως, για κάτι που, ναι μεν είναι εγνωσμένης αξίας, αλλά δεν πωλείται πουθενά στην υδρόγειο πάνω από διόμιση με τρία, εσύ να ζητάς επτάμιση. Διότι, έτσι προσβάλλεις τη νοημοσύνη του πελάτη. Βεβαίως αν ήμουν εγώ ο ίδιος εκεί, δεν θα μου έλεγε αυτή την τιμή, γιατί ξέρει πως δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Αν όμως ο Νίκος που ήταν εκείνη την ώρα στο μαγαζί του κυρίου, έβγαζε και του έδινε 7500, τι θα γινόταν? Δεν θα ήταν κλοπή? ή μήπως δεν θα τα έπαιρνε και θα το έπαιζε συλλέκτης? Βλέπεις τώρα, γίνανε κι όλοι οι άσχετοι συλλέκτες. Αν άκουγα 2500, σας μιλάω ειλικρινά δεν θα έλεγα τίποτα και κάτι άλλο θα έγραφα σήμερα. Εξάλλου, όταν κι αν βρούμε για να βάλουμε πάλι στον κατάλογο, δεν πρόκειται να ζητήσουμε ξανά 1502.10 ευρώ. Διότι αυτή δεν θα είναι σωστή τιμή, με βάση το πως κινείται η αγορά, θα ζητήσουμε σαφώς πάνω από δυο χιλιάρικα, πόσο ακριβώς δεν ξέρω. Αλλά 7500? Γιατί δεν ζήταγε πενήντα χιλιάδες, λίγα ζήτησε.

Δεν λέω ποιός είναι για τους λόγους που εξήγησα παραπάνω, άσε που μπορεί και να βρεθεί κανείς και να με πει και ρουφιάνο, κάτι που το θεωρώ τη μεγαλύτερη προσβολή που μπορεί να ακούσω, άσε που δεν είμαι κιόλας.

Κάτι δεν πάει καλά σήμερα μου φαίνεται. Θα πιώ κρασί, διότι αυτό πίνει αυτή τη στιγμή η παρέα που έχω αφήσει με μεγάλο θράσος και αγένεια στο σαλόνι. Δεν πειράζει, είναι δικά μας παιδιά, άσε που φέρανε και κρασάρα. Θα πιούμε Syrah Wild Fermentation του Κώστα Βρυνιώτη.


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.