Από τον Κ. Κοντογιώργη


Είμαι σίγουρος οτι οι αναγνώστες αυτής της στήλης, αν όχι όλοι, τουλάχιστον οι περισσότεροι, είναι καλά προπονημένοι και καταλαβαίνουν τι θέλω να πω με τον τίτλο. Τι λέει δηλαδή ο τίτλος? Whisky εναντίον whiskey. Τι θα πει αυτό δηλαδή? Πρόκειται λοιπόν να αναλύσουμε τις μικρές, ή μεγαλύτερες διαφορές, ως προς την παραγωγή του αγαπημένου μας ποτού, στη Σκωτία σε σχέση με την Ιρλανδία και αντίστροφα. Πάμε λοιπόν να τα δούμε αναλυτικά.

Πολύς λόγος έχει γίνει, από ειδικούς, λιγότερο ειδικούς, αλλά και άσχετους, για το αν είναι η Ιρλανδία πρώτη που παρήγαγε το νερό της ζωής, ή είναι η Σκωτία. Διάφορες απόψεις, με επικρατέστερη με μικρή διαφορά την πρώτη. Δεν είναι αυτό όμως που είναι το σημαντικό, όποια κι αν είναι η σωστή εκδοχή. Εξάλλου, έχουμε πει πολλές φορές, οτι οι δυο λαοί είναι αγαπημένοι μεταξύ τους και η όποια τους διαφωνία σε σχέση με το whisky, είναι μόνο σε επίπεδο πλάκας. Για το δέσιμο μεταξύ των κατοίκων Σκωτίας και Ιρλανδίας, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στο άρθρο για το Bruichladdich και θα δείτε τι έγινε στη ναυμαχία του Lochindaal.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι ποιός ήταν πρώτος και ποιός δεύτερος, αλλά τι είδους ποτό βγάζει ο καθένας. Και ενώ μέχρι πριν 20 με 30 χρόνια, οι διαφορές ήταν πολύ μεγάλες, η κατάσταση πλέον έχει αλλάξει και θα δείτε παρακάτω τι εννοώ.

Ήταν λοιπόν δεδομένο οτι η Ιρλανδία δουλεύει σχεδόν αποκλειστικά με τριπλή απόσταξη, κάτι που στη Σκωτία ίσχυε μόνο στα Lowlands, σε αποστακτήρια όπως το Rosebank, το Bladnoch και το Auchentoshan. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του 80, όταν επαναλειτούργησε το Cooley, μεγάλο μέρος της παραγωγής του ιρλανδέζικου whiskey, ήταν προϊόν διπλής απόσταξης και φυσικά single malt. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, τα τυρφώδη Connemara και Connemara 12 ετών, τα οποία είναι όπως προείπα single malt. Με την άφιξη του Cooley λοιπόν, άρχισε να μπαίνει στο παιχνίδι, σε ότι αφορά στην Ιρλανδία, και η διπλή απόσταξη. Βεβαίως, μέχρι τότε υπήρχε και το Bushmills στη Βόρεια Ιρλανδία που χρησιμοποιούσε διπλή απόσταξη, αλλά σε σχέση με τον όγκο παραγωγής στην υπόλοιπη Ιρλανδία, αυτό αποτελούσε μια πολύ μικρή μειονότητα. Η επανέναρξη του Cooley ήταν αυτή που άλλαξε την κατάσταση. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Κι αυτό διότι η Irish Distillers, ιδιοκτήτρια του Jameson και πολλών άλλων brands στην Ιρλανδία, είχε μια παραγωγή μαμούθ περίπου 35 εκατομμύρια λίτρα τον χρόνο, χωρίς καθόλου από αυτή την ποσότητα να είναι προϊόν διπλής απόσταξης. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχε μεγάλη ποικιλία σε είδη whiskey, κι ας υπήρχε ποικιλία σε brand names, όπως Crested Ten, Green Spot, Powers και τόσα κι άλλα. Υπήρχαν τα blend, υπήρχαν τα Pure Pot Still και τέλος. Και αφού είπα για αυτή την κατηγορία, να εξηγήσω και τι είναι. Πρόκειται για διαδικασία με βυνοποιημένο κριθάρι και επίσης μη βυνοποιημένο κριθάρι. Θεωρείται και είναι πολύ υψηλής ποιότητας και τρανό παράδειγμα το εκπληκτικό δωδεκάρι Redbreast.

Από την άλλη, στη Σκωτία, τα πράγματα είναι μάλλον πιο απλά. Αν εξαιρέσουμε τα Lowlands με την τριπλή απόσταξη που προείπα, οπουδήποτε αλλού χρησιμοποιείται διπλή απόσταξη. Για παράδειγμα, Ardbeg 10 ετών, Balvenie 12 ετών, Talisker Port Ruighe, Wolfburn Morven, Glendronach 12 ετών, είναι προϊόντα διπλής απόσταξης. Η μοναδική παραφωνία, η οποία όμως καταλήγει σε εξαίσιο αποτέλεσμα, είναι το Springbank, όπου κάνουν απόσταξη δυόμιση φορές και παράγουν whisky εξαιρετικής ποιότητας, όπως το σπουδαίο δεκάρι Springbank.

Συμπερασματικά λοιπόν, αυτό που μας ενδιαφέρει, δεν είναι αν πρόκειται για whisky, οπως το γράφουν στη Σκωτία, ή whiskey, όπως το γράφουν στην Ιρλανδία, αλλά αν είναι καλό ή όχι.

Τελειώνω με δυο ανέκδοτα, που λένε οι μεν για τους δε.

Οι Ιρλανδοί λένε για τους Σκωτσέζους.
Γιατί το σκωτσέζικο whisky εχει ένα γράμμα λιγότερο? Διότι τους έρχεται πιο φθηνά στην εκτύπωση.

Και οι Σκωτσέζοι για τους Ιρλανδούς.
Γιατί οι Ιρλανδοί αποστάζουν τρεις φορές το whiskey τους? Επειδή χρειάζονται τρεις φορές για να το κάνουν σωστά, ενώ εμείς το κάνουμε με τη δεύτερη.


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.