Από τον Κ. Κοντογιώργη


Την περασμένη εβδομάδα ένας φίλος από τη Δράμα μου έστειλε μια παρτίδα με παλιά whisky και cognac, μεταξύ των οποίων και μερικές φιάλες από το εξαίσιο Martell Mentaillon VSOP. Τα ποτά, ή μάλλον τα περισσότερα από αυτά, προορίζονταν για πώληση σε Ελλάδα και εξωτερικό. Ωστόσο, κράτησα και κάποια. Αφού λοιπόν ασχολήθηκα μια ολόκληρη μέρα για να τα συσκευάσω και να τα προωθήσω στους προορισμούς τους, όταν τελείωσα, περίσσεψαν ένα αρχαίο Hennessey XO και δυο Martell Mentaillon. Οπότε, το ίδιο βράδυ τι έκανα? Το αναμενόμενο. Άνοιξα ένα Mentaillon. Με την πρώτη γουλιά, γέμισα αναμνήσεις και συναισθήματα. Νοσταλγία, λύπη, χαρά. Το ίδιο cognac έπινε και ένας καλός φίλος.

Ανδρέας Καραντάνης

Η εβδομαδιαία μας επικοινωνία μέσω αυτής της στήλης, είναι για μένα ευχάριστη και εύκολη δουλειά. Η σημερινή είναι επίσης ευχάριστη, αλλά είναι δύσκολη. Διότι πραγματικά δεν ξέρω από που να αρχίσω να μιλάω για αυτόν τον άνθρωπο και πως ακριβώς να τον περιγράψω, απλώς γράφοντας για αυτόν. Μεγάλη δυσκολία, γιατί είναι άλλο πράγμα να διαβάσεις αυτές τις αράδες και άλλο πράγμα να είσαι από τους τυχερούς που τον έχουν γνωρίσει, όπως εγώ. Μίλησα πριν για νοσταλγία, λύπη, χαρά. Νοσταλγία, γιατί πραγματικά αναπολώ τις στιγμές που πέρασα με τον Ανδρέα, λύπη γιατί δεν είναι πλέον κοντά μας και πραγματική χαρά, γιατί γνώρισα έναν τέτοιον άνθρωπο.

Αυτή την εβδομάδα συμπληρώθηκαν δυο χρόνια από τότε που έφυγε ο Ανδρέας. Όμως για μένα, η γνωριμία μας ξεκίνησε στις 21 Μαΐου του 2010, στη γιορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Βρίσκομαι στο μαγαζί μου στο Κολωνάκι και είναι νωρίς το βραδάκι. Από την συμβολή των οδών Ηροδότου και Σπευσίππου, βλέπω έναν άνδρα να ανηφορίζει την Σπευσίππου προς το μέρος μου. Φτάνει στο μαγαζί και με καλησπερίζει ευγενικά. Είναι κομψός, καλοντυμένος, με casual εμφάνιση, πολύ αριστοκρατικός και κρατάει στο χέρι του την γαλλική εφημερίδα Le Monde. Αμέσως πηγαίνει στη βιτρίνα με τα cognac.. Του λέω πως αν χρειάζεται κάποια βοήθεια να με ειδοποιήσει και μου γνέφει καταφατικά. Βλέπω που πέφτει το μάτι του, δεν μιλάω όπως και εκείνος, αλλά αμέσως καταλαβαίνω ότι είναι μέγας γνώστης του αντικειμένου. Αμέσως μετά επιβεβαιώνομαι, όταν διαλέγει ένα Chateau Fontpinot. Ρωτάω αν είναι για δώρο για να το συσκευάσω, μου λέει ότι σήμερα είναι γιορτή, αλλά δεν θέλει να το συσκευάσω. Ξαναρωτάω απορημένος γιατί να μην το φτιάξουμε για δώρο και μου λέει ότι επειδή είναι γιορτή θα το πιεί εκείνος και έτσι παίρνω την πρώτη δόση από το αστείρευτο χιούμορ του. Από τότε, τουλάχιστον μέρα παρά μέρα περνούσε από το μαγαζί και από την επόμενη κιόλας μου ζήτησε να καταργήσω τον πληθυντικό, διότι όπως έλεγε γελώντας αισθανόταν πιτσιρικάς και σαφώς μικρότερος από εμένα. Όταν του υπενθύμισα ότι έχουμε καμιά εικοσαριά χρόνια διαφορά, μου ζήτησε ταυτότητα.

Ποιος όμως ήταν ο Ανδρέας Καραντάνης?

Δεν ξέρω την ηλικία των καλών φίλων που διαβάζουν αυτή τη στήλη, όμως οι παλιότεροι είμαι σίγουρος ότι θα γνωρίζουν τα νερά Καραντάνης. Ο Ανδρέας λοιπόν ήταν γιός του Κώστα και ανιψιός του Κλέαρχου Καραντάνη, που έφτιαξαν το πρώτο εργοστάσιο επεξεργασίας νερού στην Ελλάδα. Είχε δυο παιδιά, τον Κωνσταντίνο και τη Χριστίνα και το όνομά του είναι συνδεδεμένο με τη χρυσή εποχή της αθηναϊκής νυχτερινής ζωής. Το 1965 ανοίγει την Αναμπέλα στην οδό Ακαδημίας, η οποία το καλοκαίρι μεταφέρεται στον Άγιο Κοσμά, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Ακρωτήρι. Ακόμη είχε τα καταστήματα Drugstore στη στοά Κοραή και Ιζαμπέλα στην παραλιακή. Πήγε δημοτικό σχολείο στην Ελβετία, γυμνάσιο στα Ανάβρυτα και σπούδασε νομικά στην Αθήνα.

Πολλά περιστατικά θυμάμαι με τον Ανδρέα και θα χρειαζόταν να γράφω μέρες για να τα αναφέρω όλα, οπότε δείτε κάποια από αυτά. Ένα βράδυ λοιπόν έρχεται και αγοράζει ένα Remy Martin XO. Την επομένη το μεσημέρι, τον βλέπω να κατεβαίνει την οδό Σπευσίππου, δήθεν μουτρωμένος και από το απέναντι πεζοδρόμιο, από το πεζοδρόμιο του καταστήματός μου. Καταλαβαίνω ότι έχει κέφια για αστεία και του φωνάζω. Που πας και δεν περνάς να μας πεις μια καλημέρα? Στον Ευαγγελισμό, μου απαντάει, γιατί έπαθα δηλητηρίαση από το cognac που μου έδωσες χτες. Ναι αλλά πας ανάποδα του λέω, από εκεί βγαίνει στην πλατεία, ο Ευαγγελισμός είναι από την άλλη μεριά. Προχωράει χωρίς να απαντήσει, μετά από δέκα μέτρα σταματάει και χαμογελώντας μου λέει. Φέρε μου ακόμη ένα αύριο. Πάντοτε φιλόξενος στο σπίτι του στην οδό Αριστίππου, αλλά και όταν βρισκόμασταν στο κατάστημα που σύχναζε στο Κολωνάκι, όπου και μου έλεγε, όταν έβγαζα χρήματα για να πληρώσω, ότι τα λεφτά μου είναι πλαστά και θα πληρώσει εκείνος που είχε κανονικά. Είχαμε έναν ιδιαίτερο τρόπο επικοινωνίας και μου έλεγε ότι είμαι ο μοναδικός με τον οποίο μπορεί να μιλάει την ίδια γλώσσα για το cognac. Πρόκειται για το μοναδικό άτομο, στο οποίο εμπιστεύτηκα ποτά αξίας δυο χιλιάδων ευρώ, χωρίς να πάρω χρήματα. Αρχές Αυγούστου του 2010 και ενώ την επομένη έκλεινα για διακοπές, πηγαίνω στην Αριστίππου με περίπου δέκα μπουκάλια, για να διαλέξει τι θέλει μιας και θα έφευγα. Φυσικά ο Ανδρέας μου ζητάει να κάνω λογαριασμό, του λέω ότι βαριέμαι, τα αφήνω να πιεί ότι θέλει και τα λέμε το Σεπτέμβρη, όπου φυσικά ήρθε και μου έδωσε τα χρήματα. Ερχόταν στο μαγαζί, κρατώντας την Le Monde και μου έλεγε ότι με γράψανε οι εφημερίδες. Όταν απαντούσα ότι η εφημερίδα που κρατάει βγαίνει στο Παρίσι, μου ανταπαντούσε. Μέχρι εκεί έφτασε η φήμη σου, είσαι για φυλακή με τη σαβούρα που μας ποτίζεις. Τελευταίο cognac που πηρα από εμένα είναι το απίθανο Courvoisier Napoleon, που ήταν και το αγαπημένο του. Πρόλαβα μόνο πέντε χρόνια να τον γνωρίσω.

Ο Ανδρέας έφυγε την Πρωτομαγιά του 2015.Η δεύτερη σύζυγός του, η γνωστή τραγουδίστρια Ελένη Ροδά, είπε. Ο Ανδρέας είχε πολύ ευγενική ψυχή, ενώ εδώ και τριάντα χρόνια είχε βγάλει μηνιάτικο σε φτωχούς, χωρίς να θέλει να το γνωρίζει ο κόσμος. Άνθρωπος με οικονομική επιφάνεια, την οποία ποτέ δεν διαφήμισε, άνθρωπος απλός και από εκείνους που δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα σε κανένα. Πολυταξιδεμένος σε Γενεύη, Βρυξέλλες, Παρίσι, Λονδίνο και γενικά παντού, ενώ να μην λησμονήσω ότι μου μιλούσε με ιδιαίτερη αγάπη για την εγγονή του.

Αισθάνομαι πραγματικά ιδιαίτερη τιμή και πολύ τυχερός, που γνώρισα έναν τέτοιο άνθρωπο με καρδιά μικρού παιδιού και εύχομαι να είναι ελαφρύ το χώμα.

Μου φαίνεται ότι με βλέπει, οπότε λέω να του κάνω κι ένα καλαμπούρι. Δεν έπινε ποτέ whisky. Ένα βράδυ που μπήκε στο μαγαζί και έπινα ένα δωδεκάρι Balvenie, μου είπε ότι δεν πίνει δηλητήριο, όταν του ζήτησα επίμονα να δοκιμάσει.

Ανδρέα, δεν ξέρω αν θα συναντηθούμε αύριο, ή σε πενήντα χρόνια, ο Θεός το ξέρει, πάντως θα γίνει κι αυτό. Και τότε, θα σε πείσω, θα το πιείς το ουισκάκι.


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.