Από τον Κ. Κοντογιώργη


Μπλέξαμε. Και κανείς δεν ξέρει αν θα ξεμπλέξουμε και πότε. Ο τρόπος φαίνεται πως υπάρχει, ο χρόνος που θα πάρει όμως, παραμένει άγνωστος. Και η στήλη αυτή όπως έχουμε πει, είναι ακατάλληλη δια ανηλίκους. Που σημαίνει, οτι οι αναγνώστες είναι ενήλικες. Που κι αυτό σημαίνει οτι εδώ δεν δίνουμε συμβουλές. Οι μόνες συμβουλές που δίνουμε, είναι σε σχέση με τα ποτά. Και μιας και είπα ποτά, να βάλω το κάτι τις μου να πίνω, για να μη γράφω ξεροσφύρι. Πάμε με ένα νόστιμο Cragganmore Distillers Edition και βλέπουμε αργότερα.

Κλεισούρα πολλή λοιπόν και λόγω της κατάστασης, δεν υπήρχε ένα μαγαζί να πιούμε μια μπύρα, ένα καφέ βρε αδερφέ. Όμως αυτό ανήκει εδώ και λίγες μέρες στο παρελθόν. Κι ο κόσμος γέμισε τα καφέ, τα μπαρ, τις ταβέρνες, τα εστιατόρια. Έστω και χωρίς μουσική. Αυτό το τελευταίο, με βρίσκει αντίθετο, τουλάχιστον ως προς την περίπτωση των εστιατορίων. Διότι δεν πρέπει λέει να φωνάζουμε. Σύμφωνοι, να μη φωνάζουμε. Αλλά εγω δεν έχω πάει ποτέ σε εστιατόριο και να φωνάζω σαν το γάιδαρο, φαντάζομαι ούτε κανείς από εσάς. Άρα?

Τέλος πάντων, δε βγάζω άκρη, οπότε πάω παρακάτω. Όπως όλοι λοιπόν, κι εγώ πήγα

Βόλτες

Πριν ξεκινήσω να (περι)γράφω, να πω πρώτα το εξής. Αυτά που θα γράψω εδώ, ή μάλλον το ότι θα γράψω εδώ για τρία μαγαζιά που μου άρεσαν πολύ, δεν το γνωρίζουν οι καταστηματάρχες. Ούτε κι όταν πάω να φάω, ή να πιώ, λέω ποιός είμαι, τι κάνω, τι δεν κάνω, ποιά είναι η ιδιότητά μου. Είμαι αυτός που είμαι και για τα μαγαζιά είμαι ο κανένας. Και στις περισσότερες των περιπτώσεων, τα καλά λόγια που γράφω, δεν τα μαθαίνουν ούτε μετά τα άρθρα. Κι ούτε ανεβαίνουν στο facebook στο twitter και στο instagram. Εξάλλου δεν έχω κι αυτά τα δυο τελευταία. Ένα ρημάδι facebook που μου έφτιαξε η γυναίκα μου το 2010, κι αυτό για αυστηρά επαγγελματικούς λόγους. Στο οποίο όμως, οι αναρτήσεις γίνονται με τέτοιο ρυθμό, ώστε είναι πιο πιθανό να χιονίσει τον Σεπτέμβριο, παρά να δεις μέσα ανάρτηση δική μου. Ούτε και για τα whisky μου δεν κάνω αναρτήσεις, τη στιγμή που όλο το διαδίκτυο έχει γεμίσει με αναρτήσεις άλλων για τη δική μου δουλειά, ειδικά μετά την πρωτοφανή και ανεπανάληπτη εμφιάλωση για τα 200 χρόνια απο την Ελληνική Επανάσταση. Από άλλους λοιπόν, αλλά όχι από μένα. Τουλάχιστον όχι συχνά. Από την άλλη, τι να την κάνω τη διαφήμιση, όταν μιλάνε μόνα τους με την ποιότητά τους?

Τέλος πάντων, δεν ενημερώνω κανέναν οτι θα γράψω, αν με εννοείτε τι εννοώ. Μερικοί πάντως το έχουν κάνει επιστήμη, μέχρι και φωτογράφους κουβαλάνε μαζί. Εγω είμαι λίγο βλαμένος, από τότε που σε ηλικία 27 μόλις ημερών είχα 42 πυρετό. Αυτή την ιστορία θα την πω άλλη φορά. Πληρώνω, χαιρετάω, αν μου αρέσει ξαναπάω, αν όχι δεν ξαναπάω. Ας μη γράψω τίποτα άλλο, γιατί θα εκνευριστώ χρονιάρα μέρα.

Και δεν πρόκειται να σας πω διευθύνσεις. Κι όποιος κάνει κέφι να βρει κάτι, το βρίσκει.

Πήγα λοιπόν στον Τραβόλτα. Διότι δεν είχα πάει ποτέ κι όταν το είχα αποφασίσει, με είχε προλλάβει η καραντίνα. Ας πούμε οτι ήταν κάτι σαν απωθημένο. Έχω πάει ξανά σε εστιατόρια με πειραγμένη ψαροφαγία, και στις δυο απο τις τρεις περιπτώσεις μου άρεσε πολύ. Ήθελα όμως να δω και τον Τραβόλτα. Και τον είδα. Ωραίο το περιβάλλον, καλύτερο το φαγητό. Μου άρεσαν πολύ τα μπαρμπουνάκια, με τον τρόπο που μαγειρεύτηκαν και ήρθαν στο τραπέζι, και ακόμη περισσότερο μια φάβα που είχε μέσα χέλι. Ένα ωραίο γλυκό στο τέλος, που δε θυμάμαι όμως τι ήταν. Μπας κι είχα πιεί? Γιατί δεν το συνηθίζω. Μου άρεσε και θα ξαναπάω.

Αλλά ήθελα κι άλλη ψαροφαγία. Σε τελείως διαφορετικό στυλ όμως. Κι ένα μεσημέρι που τελείωσα νωρίς τις δουλειές μου, κατηφορίσαμε με την καλή μου για τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Όχι, δεν ψήνει ψάρια ο μάγειρας, αλλά εκεί δίπλα υπάρχει κάποιος, που ούτε κι αυτός ψήνει, όμως τηγανίζει. Κι όσο κι αν ο Θεός με έχει ευλογήσει με ατελείωτα ταξίδια κι ατελείωτες επισκέψεις σε ωραία εστιατόρια, ποτέ δεν έχω βρει πιο αέρινο τηγάνι απο της Μαργαρώς. Γαρίδες, κουτσομούρες, σαλάτα και γειά σας. Χωρίς πολλά πολλά και με υψηλή ποιότητα. Μπορείς να φας ένα τελάρο γαρίδες και να μη το πάρεις χαμπάρι.

Χωρίς ιταλικό όμως δεν κάνω. Ξέρετε τι ξύλο έφαγα από τη μάνα μου όταν ήμουν μικρός, για να μάθω να τρώω μπουκατίνι και νιόκι? Για αυτό κι εγώ όταν θέλω ιταλικό υψηλής ποιότητας, κατηφορίζω δυο τετράγωνα κάτω από το σπίτι μου, και πάω στο Tony Bonanno. Πριν πω όμως για το φαγητό, δυο λόγια για την κάβα. Πολύ ενημερωμένη η λίστα με τα κρασιά, εμένα όμως άλλο είναι αυτό που με νοιάζει. Δε νομίζω να υπάρχει άλλο εστιατόριο με τέτοια καταπληκτική κάβα. Και δε μιλάω για το διπλανό αδελφάκι του, το Tony's Bar, όπου εκεί η κατάσταση ξεφεύγει, προς τα πάνω εννοείται, αλλά μιλάω για το εστιατόριο. Είδα δωδεκάρι Balvenie, δωδεκάρι Highland Park, δεκαράκι Ardbeg, είδα ένα σκασμό ετικέτες malt whisky και όχι μόνο. Ένα σωρό ψαγμένα ρούμια, τεκίλες, cognac κι ότι βάζει ο νους. Πάμε όμως στο φαγητό. Τα στικς κολοκυθιού με την ωραία σως, είναι αεράτα, νόστιμα και ανάλαφρα, αφού κι εδώ έχουμε τέχνη στο τηγάνι. Η πίτσα με τη γκοργκοντζόλα, το σπεκ και το λάδι τρούφας, είναι κυριολεκτικά αφρός. Και τι να φας και τι να αφήσεις. Η σαλάτα Ceasear's είναι η καλύτερη που έχω φάει οπουδήποτε, ενώ το ξεκοκαλισμένο μπούτι κοτόπουλου με τον καπνιστό πουρέ, είναι το αγαπημένο μου. Και κάτι τελευταίο. Όποιος έχει βγει στη ζωή του κι έχει μια εμπειρία, ξέρει οτι καλό φαγητό και σπουδαία θέα, πολύ σπάνια συνδυάζονται. Εδώ όμως έχουμε μια εξαίρεση. Καταπληκτική βεράντα με θέα όλη την Αθήνα και το Μικρολίμανο, συνδυάζονται με όλα όσα είπα παραπάνω. Όσο για τον ιδιοκτήτη, από άλλο ανέκδοτο. Την αγάπη μας.


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Εχει μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 25 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.