Από τον Θ. Λέλεκα 


Ένα πρόσφατο ταξίδι που έκανα στην Πολωνία είχε ως επίκεντρο την βότκα, καθώς σκοπός του ήταν η γνωριμία με μία συγκεκριμένη μάρκα βότκας σε όλες τις φάσεις της δημιουργίας της. Κι όμως, θα χρησιμοποιήσω αυτό το ταξίδι ως αφορμή για να σας μιλήσω για το κρασί. Γιατί μπορεί στα «εκπαιδευτικά» μέρη του ταξιδιού να δοκιμάζαμε και να πίναμε βότκα, με τα γεύματά μας όμως ήπιαμε πολλά και καλά κρασιά.

Ξέρω τι νομίσατε: ότι αναφέρομαι σε ντόπια, Πολωνέζικα κρασιά. Αμ δε! Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει αμπελουργία και οινοπαραγωγή στην Πολωνία, και συγκεκριμένα στην περιοχή Mazury, η οποία χαρακτηρίζεται από τις πολλές της λίμνες. Μάλιστα, η Jancis Robinson MW αποδίδει την ύπαρξη Πολωνέζικου κρασιού κατά κύριο λόγο στην υπερθέρμανση του πλανήτη, καθώς υπό άλλες, τις παλαιότερες, συνθήκες, κάτι τέτοιο θα ήταν σχεδόν αδύνατο. Προφανώς όμως πρόκειται για πολύ μικρή ποσότητα και για έναν οινικό κλάδο σε πολύ πρώιμο στάδιο, γιατί δεν είδα πουθενά να πωλείται (ή να σερβίρεται) ντόπιο κρασί. Κι έτσι, τα κρασιά τα οποία απολαύσαμε κατά την διάρκεια του ταξιδιού προέρχονταν από όλες – ουσιαστικά – τις γωνιές του παγκόσμιου αμπελώνα.

Και κάπου εδώ μπαίνω στο θέμα. Είναι γεγονός (τουλάχιστον στο κρασί) ότι όπου δεν υπάρχει παράδοση και ιστορία, υπάρχουν – συνήθως – πιο ανοικτοί ορίζοντες. Και εξηγούμαι: Κατά την διάρκεια αυτού του ταξιδιού – και ειδικά κατά την παραμονή μας στην πανέμορφη Βαρσοβία - επισκεφτήκαμε πολλά εστιατόρια τα οποία είχαν ελάχιστα να ζηλέψουν από αυτά που έχουμε συνηθίσει στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ήταν μοντέρνα, είχαν όμορφη αισθητική, πολύ καλή εξυπηρέτηση, καλό κόσμο, όμορφη ατμόσφαιρα και προσεγμένη κουζίνα. Είχαν όμως (όλα) κάτι που δεν συναντάμε πάντα σε αντίστοιχα εστιατόρια κάποιων Ευρωπαϊκών πρωτευουσών: μεγάλες και ενημερωμένες λίστες με κρασιά από όλο τον κόσμο – από την Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ισπανία, την Ουγγαρία, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και πάει λέγοντας (όχι, Ελληνικά κρασιά ομολογουμένως δεν είδα...).

Ίσως το τρανότερο παράδειγμα αντίστοιχης προσέγγισης στο κρασί είναι η Αγγλία. Γιατί πρόκειται για μία χώρα που μπορεί μεν να κάνει εδώ και μερικά χρόνια κάποια βήματα στην παραγωγή οίνου, τα κρασιά που παράγει όμως – τουλάχιστον για την ώρα, με ελάχιστες εξαιρέσεις – δεν βρίσκονται ακόμα σε επίπεδα ποιότητας και αισθητικής αντίστοιχα με αυτά που έχει συνηθίσει η Αγγλική αγορά, η οποία είναι γενικά μία από τις πιο σοφιστικέ αγορές του κόσμου. Έτσι, βλέπουμε μία χώρα με (ουσιαστικά) ανύπαρκτη οινοπαραγωγή να είναι ένα από τα μεγαλύτερα (αν όχι το μεγαλύτερο) επίκεντρα του παγκόσμιου οινικού χάρτη, και ταυτόχρονα κοιτίδα της παγκόσμιας οινικής κουλτούρας και παιδείας. Στις κάβες και τα σούπερ-μάρκετ στην Αγγλία βρίσκει κανείς τεράστια ποικιλία κρασιών από όλες τις γνωστές και μη οινοπαραγωγικές ζώνες του πλανήτη, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις λίστες κρασιών των καλών Βρετανικών εστιατορίων. Αξίζει μάλιστα να παρατηρήσουμε ότι αντίστοιχη είναι η κατάσταση και στην γαστρονομία της Αγγλίας όπου η αντίστοιχη έλλειψη αξιόλογης ιστορίας και παράδοσης στην ντόπια κουζίνα έχει ως αποτέλεσμα την εξαιρετική διεθνή πολυφωνία και πολυχρωμία που χαρακτηρίζει τόσο την εστίαση, όσο και την πώληση τροφίμων στην Αγγλία.

Από την άλλη πλευρά, σε χώρες με μεγάλη οινική παράδοση βλέπουμε το ακριβώς αντίθετο. Με άλλα λόγια, βλέπουμε μία εμμονή στο ντόπιο κρασί και – ουσιαστικά – μποϊκοτάζ σε οτιδήποτε «ξένο». Αυτό ισχύει στις περισσότερες χώρες του παλαιού κόσμου (σίγουρα στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα), ενώ αρχίζει να παρατηρείται και σε κάποιες από τις οινοπαραγωγικές χώρες του νέου. Και η αλήθεια είναι ότι, ακόμα κι αν έχει κανείς την πολυτέλεια να πίνει κάθε μέρα τα καλύτερα κρασιά του Μπορντώ, κάποια στιγμή ακόμα κι αυτό καταντάει κουραστικό.

Δεν θέλω να με παρεξηγήσετε, γιατί δεν κατακρίνω απόλυτα αυτή την πρακτική. Είμαι μάλιστα από εκείνους που, ειδικά στην παρούσα φάση, αισθάνομαι την ανάγκη να κάνω ό,τι μπορώ για να βοηθήσω το Ελληνικό κρασί (πριν από λίγες μόλις εβδομάδες έγραφα «Ενεργοποιήστε τον Μηχανισμό Στήριξης του Ελληνικού Κρασιού!»...). Ωστόσο, σε μία χώρα όπου η οινική κουλτούρα έχει ανάγκη από αντίστοιχη υποστήριξη, παίρνω το μέρος του καταναλωτή/οινόφιλου, ο οποίος χρειάζεται να μάθει, να έχει επιλογές, να πειραματιστεί, να δοκιμάσει, και γενικά να περάσει από κάποια στάδια μέχρι να κατασταλάξει στις απόψεις και τα γούστα του (που και πάλι δεν πρέπει να είναι μονοδιάστατα).

Έτσι λοιπόν, έχοντας γυρίσει από μία οινικά «ουδέτερη» χώρα και απολαμβάνοντας ένα όμορφο και δροσερό Ελληνικό ροζέ κρασί ενώ γράφω αυτές τις γραμμές, επαναλαμβάνω για άλλη μία φορά: Πρέπει να αγαπήσουμε το Ελληνικό κρασί όχι (μόνο) επειδή είναι Ελληνικό, αλλά επειδή είναι καλό. Και για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητο να έχουμε μέτρο σύγκρισης, και άρα να δοκιμάζουμε τα καλά (και τα όχι τόσο καλά) κρασιά που παράγουν και οι υπόλοιπες οινοπαραγωγικές χώρες του κόσμου.

Το ότι ζούμε σε μία χώρα με οινική παράδοση που μετράει πολλούς αιώνες είναι ένα πολύτιμο προνόμιο. Αρκει να μην το αφήσουμε να περιορίσει τον πλούτο που μας παρέχει ο διεθνής αμπελώνας, και από τον οποίον εξαρτάται η οινική μας παιδεία. Καλή η οινική ουδετερότητα, αλλά ας την αφήσουμε για εκείνους που δεν έχουν άλλη επιλογή...



Θόδωρος Λέλεκας