Από τον Κ. Κοντογιώργη


Η εβδομάδα που πέρασε ήταν πολύ γεμάτη για μένα από πλευράς χρόνου. Εκτός από τη Δευτέρα του Πάσχα, που εκ των πραγμάτων δεν εργάσθηκα, όλες τις άλλες μέρες ήμουν φουλ απασχολημένος και περιτριγυρισμένος από μπουκάλια παντός είδους spirits, κυρίως whisky φυσικά, είτε στο γραφείο βρισκόμουν, είτε στο σπίτι. Χρειάστηκε να κάνω πολλές αγορές, από πολλούς καλούς συναδέλφους, ενώ φυσικά δεν έλειψαν και οι αγορές από τον κατάλογο του HOW, αφού Talisker 25 και Talisker 30 ετών δεν βρίσκεις οπουδήποτε.

Όσο πιο πολύ ασχολείται κάποιος με την αγορά οινοπνευματωδών στην Ελλάδα, τόσο πιο εύκολα οδηγείται στο ακόλουθο συμπέρασμα. Εν μέσω οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, παρατεταμένης μάλιστα αφού βρισκόμαστε σε όγδοη - αν δεν κάνω λάθος - χρονιά ύφεσης, η συγκεκριμένη αγορά όχι μόνο δεν έχει πέσει, αλλά θα έλεγα ότι μάλλον ζει μέρες δόξας. Πιό συγκεκριμένα, δεν αναφέρομαι στην κατηγορία των στάνταρ ποτών, αλλά στην premium κατηγορία, όσο κι αν αυτό φαντάζει εντελώς παράδοξο στην εποχή που ζούμε στην Ελλάδα.

Για να γίνω πιό σαφής, θα δώσω κάποια νούμερα δειγματοληπτικά και έτσι θα βγάλετε μόνοι τα συμπεράσματά σας. Ας πάρουμε σαν πρώτο παράδειγμα το gin, μάλιστα θα πω για συγκεκριμένο εισαγωγέα από την παράλληλη εισαγωγή. Ενώ πριν από δυο τρία χρόνια από τον κατάλογο του συγκεκριμένου εμπόρου μπορούσε κάποιος να βρει έξι, επτά, το πολύ οκτώ gin από τη διακεκριμένη κατηγορία, τώρα πραγματικά έχασα το μέτρημα, αφού μετά από τα πενήντα βαρέθηκα να μετράω και δεν μέτρησα άλλο. Αν πούμε για το ρούμι, εδώ πραγματικά γίνεται της κακομοίρας, αφού οι κωδικοί ξεπερνούν τους ογδόντα, επαναλαμβάνω, για την premium κατηγορία και μόνο για τον συγκεκριμένο έμπορο. Αν δηλαδή βάλουμε και τους υπόλοιπους, τότε μπορεί και να περνάμε τους εκατό κωδικούς. Για cognac, πάνω από πενήντα κωδικοί, ενώ για malt whisky πραγματικά γίνεται χαμός, με πάνω από 350 κωδικούς συνολικά για όλη τη χώρα.

Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, όταν οι έμποροι δεν προλαβαίνουν να παραγγέλνουν από το εξωτερικό, μάλλον κάποιος λόγος υπάρχει, ενώ υπάρχουν και αρκετοί κωδικοί που φεύγουν κυριολεκτικά χέρι με χέρι, πριν καν μπουν στη χώρα μας, με προπαραγγελίες. Όλο αυτό το πανηγύρι βέβαια, κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι. Δεν ξέρω πόσοι από εσάς θυμάστε την μεγάλη άνθιση και προβολή της μαγειρικής τέχνης που έγινε στη χώρα, πριν από αρκετά χρόνια - δεν ξέρω ακριβώς πόσα, δεν είναι βλέπετε το αντικείμενό μου. Μου αρέσει μόνο να απολαμβάνω το καλό φαγητό, δεν παρακολουθώ τα αντίστοιχα δρώμενα στο χώρο. Ούτε ξέρω ποιοι είναι οι super star chef, πλην ελαχίστων. Εννοείται φυσικά ότι και σε αυτή την περίπτωση, υπήρχαν και υπάρχουν και άλλοι super ταλαντούχοι μάγειρες, οι οποίοι δεν έλαβαν ποτέ τη δημοσιότητα που τους άξιζε, μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν επικοινωνιακοί και δεν τα έχουν και τόσο καλά με τα media, ειδικά με τα social media.

Τα οποία, για να έρθω και στα δικά μας, την τελευταία τριετία έχουν κάνει θεότητες ορισμένους bartenders (shic?) celebrities (tres chic?). Της μόδας λοιπόν είναι το bar, όχι με την έννοια που το έζησε η γενιά μου - μην τρομάζετε, είμαι μόνο 50, όχι 100 - αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο. Τα έχουμε πει και στο παρελθόν, για τον τρόπο που κινούνται και οι εταιρίες στο ζήτημα, ευτυχώς όχι όλες, με την έννοια ότι χρησιμοποιούν τους παραπάνω κυρίους να διαφημίζουν τα προϊόντα τους. Φυσικά, κανένα πρόβλημα και από εμένα, αλλά φαντάζομαι και από όλους, αν μιλάμε για προβολή κάποιου αξιόλογου προϊόντος, αυτή είναι δίκαια προβολή. Αλλά όταν μιλάμε για διαφημιζόμενη σαβούρα, τότε ναι, έχω πρόβλημα και με τον προβαλλόμενο και με αυτόν που τον προβάλει. Μεγάλη η προβολή επίσης από παντός είδους φυλλάδες στους celebrities(?) που προανέφερα, ενώ δεν ξέρω αν είναι για γέλια ή για κλάματα η φαινομενική εκτίμηση που έχει ο ένας για τον άλλο, με ανταλλαγές φιλοφρονήσεων στα social media, όταν με τα αυτιά μου άκουσα έναν από αυτούς να βρίζει με τα χειρότερα, τον άλλο, υποτιθέμενο φίλο του, στο περασμένο Athens Bar Show.

Μέσα σε αυτό τον ορυμαγδό, μας βρήκανε και τα masterclasses. Όλα τα είχαμε δηλαδή, μόνο τα masterclasses μας λείπανε. Την εβδομάδα που μας πέρασε είχαμε ένα, την επόμενη ακολουθεί κι άλλο. Πραγματικά δεν ξέρω τι καινούρια μόδα είναι αυτή, ενώ επίσης δεν ξέρω αν οι εταιρίες εν γνώση τους ονομάζουν έτσι τις συγκεκριμένες παρουσιάσεις, ή απλώς και εκεί δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Έχει τύχει να βρεθώ σε δυο τέτοιες παρουσιάσεις, αφού ήμουν προσκεκλημένος και πραγματικά δεν πίστευα σε αυτά που άκουγα. Ειδικά στην μια περίπτωση, ο κύριος που πραγματοποιούσε το υποτιθέμενο masterclass, θα χρειαστεί πολλά μαθήματα από το μεγάλο μου γιό, μέχρι να μάθει τι είναι ρούμι agricole, ή τι είναι το Speyside. Φυσικά δεν είναι όλοι άσχετοι, υπάρχουν διάφορα επίπεδα γνώσεων, μερικές φορές υψηλά, αλλά μπορώ να πω με σιγουριά οτι εκτός από έναν bartender με πραγματικά υψηλό επίπεδο γνώσεων, οι υπόλοιποι τρεις στην Ελλάδα που μπορούν να αντεπεξέλθουν σε υψηλού επιπέδου παρουσίαση, με λεπτομέρειες και όχι στο περίπου, δεν είναι bartenders. Και σε αυτή την περίπτωση όμως, δεν μιλάμε για masterclass.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να πραγματοποιήσει κανονικό masterclass. Κάτι τέτοιο ανήκει στους μεγάλους malt masters, όπως ο David Stewart, ο Billy Walker, ο Jim Mc Ewan, ή ο Richard Paterson. Μην τρελαθούμε κιόλας. Όσο για την αφεντιά μου, που ένα σωρό εταιρίες μου έχουν εμπιστευτεί υψηλής ποιότητας προϊόντα, πολλές φορές για παρουσίαση, εννοείται πως κι εγώ δεν κάνω masterclass. Ποιος είμαι εγώ που θα πω κάτι τέτοιο, όταν υπάρχουν τόσοι καλλιτέχνες του είδους, στους οποίους οφείλω σεβασμό, όταν ούτε καν αυτοί, στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιούν αυτό τον όρο για τις απίστευτες παρουσιάσεις τους. Παρόλα αυτά, εδώ επιμένουν πως κάνουν masterclass, εννοείται βέβαια ότι όχι μόνο το παρουσιάζουν, το διευθύνουν κι από πάνω. Κύριοι, από διευθυντές είμαστε κομπλέ, από προσωπικό πάσχουμε, προσέχετε τις εκφράσεις σας.

Συμπερασματικά, εφόσον μιλάμε για spirits, γιατί το κρασί είναι μια άλλη ιστορία, στην Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει κανείς masterclass. Άλλο η παρουσίαση, άλλο η γευστική δοκιμή, άλλο το masterclass. Σταματήστε να το γράφετε και σταματήστε να το αποδέχεστε όλοι εσείς που σας αρέσει τόσο η προβολή. Συνέλθετε λίγο.

Είχε λίγο ψύχρα αυτή την εβδομάδα. Τραβιέται ακόμη το cognac. Σας αποχαιρετώ με μια ακόμη γουλιά από το εκπληκτικό Courvoisier Napoleon.

Στην υγειά σας


Ο Κυριάκος Κοντογιωργης ασχολείται από το 1992 με τα κρασιά και τα αποστάγματα, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείται με την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επίσης είναι και γνωστός συλλέκτης whisky και cognac. Είναι μόνιμος συνεργάτης του Whisky Magazine τα τελευταία χρόνια, και έχει επίσης μόνιμη συνεργασία με όλους τους μεγάλους οίκους δημοπρασιών whisky, όπως Christies, McTears, Bonhams. Η ενασχόληση του για 22 και πλέον χρόνια σε αυτό τον χώρο, του έχει δώσει βαθιά και εμπεριστατωμένη γνώση στο whisky, τόσο σε επίπεδο τεχνικών στοιχείων, όσο και σε επίπεδο ιστορικών λεπτομερειών.