Από τον Θ. Λέλεκα 



Για έναν καλοφαγά το τέλος του γεύματος ποτέ δεν είναι ευχάριστο. Κι αυτό γιατί, ειδικά αν το γεύμα περιλάμβανε πλούσιες και απολαυστικές γεύσεις, είναι φυσικό να μη θέλει να τελειώσει! Το μόνο που μπορεί να «απαλύνει» τον πόνο του μία τέτοια δύσκολη στιγμή είναι ένας επίλογος που θα κάνει την εμπειρία του γεύματος πραγματικά αξέχαστη.

Το σερβίρισμα ενός επιδόρπιου κρασιού ή κάποιου άλλου αλκοολούχου ποτού μετά το φαγητό συνηθίζεται για δύο λόγους: για να μας αφήσει με γλυκιά και ευχάριστη γεύση και (το πιο σημαντικό) για να μας βοηθήσει να χωνέψουμε. Το τελευταίο επιτυγχάνεται από το υψηλό αλκοόλ, αλλά και από τα οξέα που περιέχει το ποτό, και τα οποία επισπεύδουν την διαδικασία της πέψης.

Βέβαια έχει μεγάλη σημασία αν το χωνευτικό μας, το digestif όπως το αποκαλούν οι Γάλλοι, θα σερβιριστεί συνοδεύοντας το επιδόρπιο ή κάποια άλλη γεύση, ή απλά θα φτάσει στο τραπέζι «ασυνόδευτο». Και στις δύο περιπτώσεις, είναι καλό να είμαστε προετοιμασμένοι να κλείσουμε σωστά ένα γεύμα στο σπίτι, με τον ίδιο τρόπο που η λίστα των κρασιών του εστιατορίου διαθέτει ειδικές ενότητες για τα γλυκά κρασιά, τους ενισχυμένους οίνους, τα αποστάγματα, καθώς και κάποια «σκληρά» αλκοολούχα που προσφέρονται με το επιδόρπιο, ή και μετά από αυτό.

Ένας, λοιπόν, συνοπτικός οδηγός «ολοκλήρωσης» γεύματος που θα σας προετοιμάσει πλήρως πριν το επόμενο κάλεσμα ή την επόμενη έξοδό σας, έχει ως εξής:

- Αν σκοπεύετε να κλείσετε το γεύμα με ένα πλατώ τυριών, τότε καλό είναι να το συνοδεύσετε με γλυκό κρασί. Με τον τρόπο αυτό και θα προσφέρετε στους καλεσμένους σας όμορφα γευστικά παιχνίδια από την αντίθεση του αλμυρού και του γλυκού, αλλά και η τελευταία γεύση πριν σηκωθείτε από το τραπέζι θα είναι γλυκιά. Η πρότασή μου: ένα λευκό γλυκό κρασί από Viognier ή ένα ερυθρό γλυκό από Αγιωργίτικο. Αν πάλι θέλετε κάτι λιγότερο γλυκό σε αυτή τη φάση, θα σας πρότεινα ένα ημίξηρο ροζέ.

- Αν ο επίλογος γίνεται με μία ποικιλία φρούτων, τότε σημαίνει ότι η παρέα θέλει να κλείσει με κάτι εύκολο και ανάλαφρο. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα σας απογοητεύσουν ένα αφρώδες από Μοσχοφίλερο ή ένα ευωδιαστό Moscato d’ Asti. Θα αναδείξουν την φρεσκάδα των φρούτων, πλαισιώνοντάς την με λουλουδάτη αρωματικότητα που θα αποχαιρετήσει το τραπέζι με χάρη και στυλ.

- Αν μετά το φαγητό πάρουν σειρά γλυκά με φρέσκα ή ψημένα φρούτα (μία τάρτα ή μία πάστα-φλόρα) τότε ένα αρωματικό Μοσχάτο από τη Λήμνο, τη Σάμο ή το Ρίο Πατρών, θα τους δώσει μία νέα αρωματική διάσταση που δεν πρόκειται να περάσει απαρατήρητη από κανέναν γύρω από το τραπέζι.

- Για πολλούς από εμάς επιδόρπιο σημαίνει γλυκό ταψιού – γαλακτομπούρεκο, καταΐφι, μπακλαβάς. Ο οινικός συνοδός ενός τέτοιου γλυκού πρέπει να είναι αντίστοιχα γλυκός, αλλά να έχει και υψηλή οξύτητα που δεν θα αφήσει όλη αυτή τη ζάχαρη να μας «λιγώσει». Σκέφτεστε λοιπόν τίποτα καλύτερο από ένα Βινσάντο από τη Σαντορίνη;

- Βέβαια υπάρχει και μία σεσημασμένη ομάδα «γλυκόπληκτων» που το μοναδικό επιδόρπιο που δέχεται στο τραπέζι πρέπει να είναι σοκολατένιο. Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, έχουμε τις εξής δυνατότητες: αν η βάση του γλυκού μας είναι η ελαφριά σοκολάτα γάλακτος (σε μους ή τούρτα, για παράδειγμα), τότε ένα Bracchetto d’ Acqui θα μας χαρίσει τις ροδαλές φυσαλίδες του και θα δέσει τέλεια με την πλούσια σοκολατένια γλύκα του επιδορπίου. Αν τώρα πρόκειται για μαύρη (bitter) σοκολάτα, τότε η Μαυροδάφνη είναι… μονόδρομος. Να θυμάστε ότι όσο πιο καλής ποιότητας είναι η σοκολάτα, τόσο πιο παλαιωμένη πρέπει να είναι και η Μαυροδάφνη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι συνδυασμός που… απογειώνει!

Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, μπορεί να επιλέξουμε το digestif μας να έρθει στο τραπέζι σκέτο ή με… άλλου τύπου συντροφιά. Έτσι, αν το γεύμα μας περιελάμβανε πολλούς και διαφορετικούς μεζέδες με πολύπλοκες γεύσεις, τότε θα σερβίρουμε ένα δροσερό Μοσχάτο Ελληνικής ή ξένης προέλευσης, έτσι ώστε οι καλεσμένοι μας να σηκωθούν από το τραπέζι με δροσερή και ευχάριστη αίσθηση στο στόμα.

Αν πάλι το γεύμα ήταν βαρύ και το στομάχι όλων μετά από αυτό είναι ακόμα βαρύτερο, τότε ένα τσίπουρο ή μία Grappa, τα οποία θα σερβίρουμε σκέτα και δροσερά, θα προσφέρει άμεση και απολαυστική… ανακούφιση.

Για όσους θέλουν κάτι πιο σκληρό, παρέα με ξηρούς καρπούς και κουβεντούλα, ένα καλό malt whisky είναι «ένα κι ένα». Το σερβίρουμε σε χαμηλό ποτήρι, έχοντας προσθέσει λίγο εμφιαλωμένο νερό (όχι παραπάνω από το 1/3 της ποσότητας του ουίσκυ) για να ξεκλειδώσουμε τα φίνα αρώματά του. Η καβουρντισμένη γευστική αίσθηση από τους ξηρούς καρπούς θα ταιριάξει τέλεια με τα αρώματα που χαρίζει στο ουίσκυ το βαρέλι, ειδικά αν πρόκειται για malt βαθιάς παλαίωσης ή vintage.

«Δεν υπάρχει καλύτερη παρηγοριά για το τέλος του δείπνου από ένα πούρο» έλεγε ο Winston Churchill. Όσοι θέλουν να του μοιάσουν θα πρέπει να προμηθευτούν τα καλύτερα πούρα Αβάνας της αγοράς, και από εκεί και πέρα να διαλέξουν: αν ανήκουν στην Αγγλο-σαξωνική σχολή, θα συνοδεύσουν το πούρο τους με ένα Port, και ιδανικά με ένα Tawny δεκαετούς ή εικοσαετούς παλαίωσης, ή, ακόμα καλύτερα, με ένα vintage Port . Για τους πιο Γαλλοτραφείς, ένα Cognac ή ένα Armagnac μαζί με το πούρο θα κλείσει τη βραδιά με μαγικό τρόπο.

Νομίζω ότι σας κάλυψα πλήρως. Τώρα έχετε την απαραίτητη γνώση, την οποία θα αξιοποιήσετε έτσι ώστε οι καλεσμένοι σας να φύγουν από το σπίτι σας με την καλύτερη τελευταία εντύπωση. Να ξέρετε βέβαια ότι όσο πιο αξέχαστη θα είναι η εμπειρία που θα τους προσφέρετε, τόσο εκείνοι θα βρίσκουν τρόπους να… ξαναπροσκαλούνται για να την ξαναζήσουν. Τι να γίνει όμως, αυτός είναι ένας από τους ευχάριστους «κινδύνους του επαγγέλματος» του καλού οικοδεσπότη…

 

Θόδωρος Λέλεκας