Ο Άνθρωπος που Γύρισε απ’ το Μπορντώ
Από τον Θ. Λέλεκα 


Γεια σας και Χριστός Ανέστη! Ελπίζω οι Άγιες ημέρες του Πάσχα να σας έφεραν χαρά, υγεία, αγάπη, και βέβαια καλό φαγητό και ακόμα καλύτερο κρασί!

Εγώ πέρασα σχεδόν όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα στη Γαλλία, και παρά λίγο και θα έκανα και Πάσχα εκεί, εξαιτίας του κακού προγραμματισμού των πτήσεων της αεροπορικής εταιρείας που είχε αναλάβει τη μεταφορά μου. Όπως είπα και σ’ ένα φίλο, ωστόσο, υπάρχουν πολύ χειρότερα μέρη για να «ξεμείνει» κανείς από το Παρίσι, οπότε δεν αισθάνομαι την ανάγκη να παραπονεθώ. Αντιθέτως, θέλω να μοιραστώ μαζί σας τις εντυπώσεις μου από τη «Μέκκα» του κρασιού, το Μπορντώ, όσο είναι ακόμα απόλυτα νωπές στο μυαλό μου. Τι λέτε;

Στο Μπορντώ, λοιπόν, το κρασί βρίσκεται στο επίκεντρο των πάντων. Το καταλαβαίνει κανείς από το αεροδρόμιο ακόμα, καθώς ο ιμάντας που μεταφέρει τις αποσκευές οριοθετείται από τεράστια ομοιώματα φιαλών ερυθρού κρασιού. Και βγαίνοντας, όμως, από το terminal του αεροδρομίου για να πάρει ταξί ή λεωφορείο, ο επισκέπτης συνεχίζει να αισθάνεται το κρασί παντού γύρω του, ειδικά καθώς ο εξωτερικός χώρος δεν είναι φυτεμένος με παρτέρια με λουλούδια ή καλωπιστικά φυτά, αλλά περιβάλλεται από τα δικά του αμπελάκια!

Στη διαδρομή για το κέντρο της πόλης, οι πινακίδες μιλούν κατευθείαν στην ψυχή του οινόφιλου. Κι αυτό γιατί κάθε κατεύθυνση θα τον οδηγήσει σε ένα μέρος που μόνο στα όνειρά του (ή στα περιοδικά οίνου) έχει ξαναδεί: είτε μία διάσημη ονομασία προέλευσης (St. Emilion, Pessac-Léognan, Pomerol), ή ακόμα και ένα πασίγνωστο château (Pape-Clément, Les Carmes Haut-Brion, και πάει λέγοντας...). Ο πειρασμός, δηλαδή, για να στρίψει κανείς σε κάθε έξοδο είναι μεγάλος...

Και φτάνουμε στο κέντρο. Και το κρασί εξακολουθεί να είναι πανταχού παρόν. Τα εστιατόρια, τα μπαρ, ακόμα και τα καφέ έχουν ενημερωμένες λίστες κρασιών με ετικέτες της περιοχής (εννοείται), επιλεγμένες ειδικά για να συνοδεύουν τέλεια τις γεύσεις που σερβίρουν. Διατίθενται πολλές (και ποιοτικές) επιλογές σε ποτήρι, μισές φιάλες (demi-bouteilles, όπως λέγονται) των 375ml για όσους θέλουν να πιουν λίγο (ή να δοκιμάσουν περισσότερα από ένα κρασιά), αλλά και μεγάλες φιάλες (magnum και άνω) για μεγάλες παρέες και... δυνατά ποτήρια. Και οι τιμές; Εξαιρετικά ελκυστικές σε σχέση με τη λιανική, και με περιθώρια κέρδους που είναι απόλυτα λογικά.

Όσο για τις κάβες, οι οποίες βρίσκονται παντού, εκεί πραγματικά γίνεται εξαιρετική δουλειά. Το προσωπικό είναι ευγενικό και ενημερωμένο, τα κρασιά εκτίθενται με παραδειγματικό τρόπο, και οι τιμές – επαναλαμβάνω – είναι πολύ λογικές. Εν τω μεταξύ, οι περισσότερες κάβες προσφέρουν ανά πάσα στιγμή δοκιμές σε διάφορα από τα κρασιά τους, ενώ, όπου υπάρχει η δυνατότητα, παρέχουν περιηγήσεις στα κελάρια τους ή μινι-ενημερωτικά workshops σχετικά με την περιοχή του Μπορντώ και τα κρασιά της.

Αυτό, βέβαια, είναι καλύτερο να γίνει σε πιο επαγγελματικό περιβάλλον, γι αυτό και μεταφερόμαστε σε ένα πολύ κεντρικό σημείο της πόλης, και στο περίφημο Maison du Vin (που μεταφράζεται στα Αγγλικά «House of Wine»!...). Στις εγκαταστάσεις του όμορφου διώροφου κτιρίου του, το Maison du Vin προσφέρει μία μεγάλη γκάμα σεμιναρίων γύρω από την ιστορία, την παράδοση, το στυλ και τα κρασιά του Μπορντώ, και τα οποία διαρκούν από 2 ώρες μέχρι 2 ημέρες. Κάθε σεμινάριο ολοκληρώνεται με δοκιμή αντιπροσωπευτικών κρασιών της περιοχής – που δεν αφορά βέβαια μόνο στα ερυθρά του Μπορντώ, αλλά και στα λευκά και στα γλυκά του. Στο ισόγειο του κτιρίου λειτουργεί – τόσο για τους «μαθητές» όσο και για το κοινό – ένα κομψό wine bar που σερβίρει μία τεράστια ποικιλία κρασιών από όλες τις ονομασίες προέλευσης του Μπορντώ (τόσο τις γνωστές, όσο και τις πιο... παρεξηγημένες).

Ας είμαστε ρεαλιστές όμως... Ο οινόφιλος που επισκέπτεται το Μπορντώ δεν πρόκειται να περιοριστεί μόνο στο κέντρο της πόλης. Οι αμπελώνες που καλύπτουν την γύρω περιοχή τον καλούν σαν σειρήνες, αλλά δεν είναι σίγουρος πώς να πορευθεί. Γι αυτό απευθύνεται στο τοπικό γραφείο τουρισμού (Office de Tourisme de Bordeaux), όπου θα βρει ό,τι χρειάζεται για να πραγματοποιήσει τις πιο τρελλές οινο-τουριστικές του φαντασιώσεις: χάρτες, δρομολόγια, πληροφορίες, κρατήσεις, και βέβαια πολλά και καλαίσθητα σουβενίρ (μη γελάτε, μια περιουσία έδωσα εγώ σε αυτά...). Οι επιλογές είναι πολλές. Όποιος δεν θέλει να νοικιάσει αυτοκίνητο (γιατί προτιμάει να μην... φτύνει τα όμορφα κρασιά που θα δοκιμάσει) μπορεί να νοικιάσει λιμουζίνα με οδηγό, ή να ενταχθεί σε οργανωμένα τουρ των αμπελώνων, που γίνονται με ειδικά λεωφορεία.

Βγαίνοντας από την πόλη, ξεκινάει το παραμύθι για το οποίο κάθε οινόφιλος επισκέπτεται το Μπορντώ. Όμορφοι αμπελώνες καλύπτουν το οπτικό του πεδίο από άκρη σ’ άκρη, οι πινακίδες στην άκρη του δρόμου εξακολουθούν να του γαργαλούν τη φαντασία, ενώ τα châteaux που βλέπει από το δρόμο είναι τρομερά εντυπωσιακά και δίνουν το στίγμα της ιστορίας, της παράδοσης και της αρχοντιάς της περιοχής. Η επιλογή είναι ανάμεσα στην αριστερή ή τη δεξιά όχθη του ποταμού – αν και, για εμένα, δεν υπάρχει δίλημμα: η επίσκεψη και στις δύο όχθες είναι επιβεβλημένη. Στη δεξιά, κάποια από τα οινικά αξιοθέατα θέλουν λίγο ψάξιμο. Αν όμως ακολουθήσει κανείς τον περίφημο δρόμο «La Route des châteaux» που διασχίζει τον αμπελώνα του Médoc, θα μείνει άφωνος από τα μυθικά ονόματα (και κτίρια) που τον περιμένουν... στη σειρά, κι από τις δύο πλευρές του δρόμου.

Στην δεξιά όχθη, τα πράγματα είναι λίγο πιο... μαζεμένα. Άπαξ και φτάσει κανείς στο Pomerol, τα οινοποιεία βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής το ένα από το άλλο. Παίρνοντας τον έναν δρόμο θα περάσει από... μαγικά châteaux όπως τα L’ Evangile, La Conseillante και Gazin, στρίβοντας πιο πέρα θα περάσει από το μικρό δρομάκι που χωρίζει το Château Certan de May από το Vieux Château Certan, ενώ με μία ακόμα στροφή θα βρεθεί στη «γειτονιά» του Pétrus, του Petit Village και πάει λέγοντας...

Από εκεί και πέρα, ο δρόμος για το St. Emilion είναι απλά... μονόδρομος. Όχι μόνο επειδή η απόσταση είναι πολύ μικρή, αλλά και επειδή δεν γίνεται να φύγει κανείς από την δεξιά όχθη χωρίς να επισκεφτεί τα εξαιρετικά châteaux της φημισμένης αυτής προέλευσης και να δοκιμάσει τα κρασιά της. Αφήστε δε το γεγονός ότι το St. Emilion είναι μία από τις γραφικότερες και ομορφότερες πόλεις που θα δείτε στην περιοχή (και όχι μόνο), γι αυτό και δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι προστατεύεται από την UNESCO ως χώρος παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Όποιος έχει όρεξη (και χρόνο) μπορεί κάλλιστα να βρεθεί ανάμεσα στους δύο (παρα)ποταμούς και να επισκεφτεί και την περιοχή του Entre-deux-Mers. Η συγκεκριμένη προέλευση μπορεί να είναι «παραγκωνισμένη» σε σχέση με τις υπόλοιπες της περιοχής, καθώς δεν διαθέτει αντίστοιχες διακρίσεις και δάφνες, ωστόσο δεν υπολείπεται σε τίποτα απέναντί τους από πλευράς φυσικής ομορφιάς, ενώ παράγει και ιδιαίτερα αξιόλογα λευκά και ερυθρά κρασιά σε πολύ καλές τιμές.

Τέλος, οι λάτρεις των γλυκών κρασιών δεν πρέπει να παραλείψουν να επισκεφθούν και τις περιοχές που παράγουν μερικά από τα εκλεκτότερα επιδόρπια κρασιά στον κόσμο, όπως το Sauternes, το Barsac, το Monbazillac, το Cérons, το Loupiac, κλπ. Πέρα από τη φυσική ομορφιά αλλά και τα εξαιρετικά κρασιά που θα δοκιμάσουν, έχει τεράστιο ενδιαφέρον να δούν από κοντά πως παράγεται γλυκό κρασί από τα σταφύλια που έχουν προσβληθεί από το μύκητα Βοτρύτη και βρίσκονται σε κατάσταση ευγενούς σήψης.

Και βέβαια, όσοι πιστεύουν ότι οι Μπορντωλέζοι είναι... σνομπ, και δεν ασχολούνται με ανθρώπους που δεν έχουν ήδη βαθιά γνώση της οινικής τους ιστορίας και κουλτούρας είναι βαθιά νυχτωμένοι. Κάθε πόλη (και χωριό) έχει το δικό της μουσείο οίνου που εξηγεί στους επισκέπτες τα πάντα γύρω από το κρασί του Μπορντώ, από τα Ρωμαϊκά χρόνια μέχρι σήμερα. Επιπλέον, σε διάφορα (και εύκολα προσβάσιμα) σημεία υπάρχουν πολυχώροι όπως ο Πλανήτης Μπορντώ (Planète Bordeaux), που όχι μόνο εξηγεί στους ερασιτέχνες οινόφιλους κάθε διαδικασία σχετική με το κρασί της περιοχής, από το αμπέλι μέχρι το ποτήρι, χρησιμοποιώντας βίντεο και άλλα έξυπνα οπτικο-ακουστικά μέσα, αλλά και τους δίνει την ευκαιρία να το γνωρίσουν καλύτερα, χρησιμοποιώντας δημιουργικα όλες τους τις αισθήσεις. Στο τέλος – εννοείται – οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να δοκιμάσουν και να αγοράσουν κρασιά της περιοχής σε ειδικές τιμές.

Πώς σας ακούγεται λοιπόν το Μπορντώ; Ο παράδεισος του οινόφιλου; Και δεν είναι μόνο αυτά που σας περιέγραψα παραπάνω... Πρόκειται όμως για εμπειρία που, αν δεν τη ζήσει κανείς, δύσκολα μπορεί να την καταλάβει. Σας την προτείνω λοιπόν, κάτι παραπάνω ανεπιφύλακτα.

Για την ώρα, ας απολαύσουμε (πριν αρχίσει ο καιρός να καλοκαιριάζει για τα καλά) ένα όμορφο Μπορντωλέζικο ερυθρό κρασί, είτε από κάποια παλαιότερη εσοδεία, είτε από την πιο τελευταία που κυκλοφορεί, δηλαδή αυτήν του 2007. Γιατί η εσοδεία του 2009, που πήγα στο Μπορντώ εγώ για να δοκιμάσω «en primeur», αργεί ακόμα. Πιστέψτε με όμως, η αναμονή θα αξίζει τον κόπο!...



Θόδωρος Λέλεκας