Και η δικαίωση είναι φαγητό που επίσης τρώγεται κρύο...
Από τον Τ. Πικούνη

Πριν λίγες μέρες το House of Wine αναδημοσίευσε μια συνέντευξη που πήρε ο Βαγγέλης Μπελτζενίτης από τον Βαγγέλη Γεροβασιλείου, τον ιδρυτή και ιδιοκτήτη του ομώνυμου κτήματος.

Για το ποιός είναι ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου, όσοι περί τον οίνο έστω και για λίγο καιρό το γνωρίζετε. Για τους νέους στο χώρο θα πω ότι είναι από τους σημαντικότερους οινοποιού ς μας όσον αφορά στην ποιότητα των κρασιών που παράγει, και κατά την ταπεινή μου γνώμη ο σημαντικότερος σήμερα, αν δούμε συνολικά το έργο του και το τι έχει προσφέρει στην ελληνική οινοποιία, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, έχοντας τη μεγαλύτερη εξωστρέφεια και διαδραστικότητα με την κοινωνία σε θέματα πολιτιστικού, καλλιτεχνικού αλλά και εκπαιδευτικού χαρακτήρα.

Δεν θα αναλύσω εδώ πόσο σημαντικός είναι ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου. Αλλά θα προσπαθήσω να τονίσω ορισμένα σημεία της πολύ σημαντικής συνέντευξης που έδωσε στο Βαγγέλη Μπελτζενίτη. Σημεία που τα συμμερίζομαι και που επίσης επιβεβαιώνουν κάποιες απόψεις μου που έχω δημοσιεύσει κατά καιρούς εδώ, και που φάνηκαν τότε κάπως περίεργες, και έκαναν αρκετούς (υποτιθέμενους) "γκουρού" του οίνου να χαμογελάσουν...

Ναι, γιατί η δικαίωση είναι επίσης ένα φαγητό που τρώγεται συνήθως κρύο... αλλά πόσα κρύα φαγητά δεν είναι απολαυστικά!!

Ας μην επικεντρωθούμε όμως στα "προσωπικά"... ας δούμε τα σημαντικά αυτής της συνέντευξης, που μπορεί να διέφυγαν από κάποιους που ίσως δεν την διάβασαν με την προσοχή που της αξίζει.

"Στο Ξινόμαυρο το χαρακτηριστικό του είναι το άρωμά του. Υστερεί σε πολλά πράγματα, αλλά το άρωμα που έχει το Ξινόμαυρο, δεν το έχει κανένα άλλο" λέει ο Γεροβασιλείου...

Το να είσαι Βορειοελλαδίτης παραγωγός και να μην θεωρείς ότι τα πάντα στο Ξινόμαυρο πλησιάζουν το ...θεό, είναι εξαιρετικά τολμηρό, έστω και αν ερμηνεύσει κανείς τη δήλωση όπως το κάνουν οι ...πολιτικοί μας. Το σημαντικό είναι ότι αυτή τη θεοποίηση του Ξινόμαυρου δεν τη υιοθέτησαν ούτε οι 30 περίπου Masters of Wine που επισκέφθηκαν πρόσφατα την Ελλάδα, προς απογοήτευση όσων περίμεναν "διθυράμβους"... Γιατί; Πολύ απλά, γιατί πολλά Ξινόμαυρα δεν ανταποκρίνονται σήμερα στις προτιμήσεις του διεθνούς κοινού. Αλλά στη χώρα μας είναι politically corect να λατρεύουμε κάθε ξινόμαυρο...

Αν σας ...σοκάρει η αλήθεια, θα προσπαθήσω να ελαττώσω την έκπληξή σας λέγοντας κάτι που το έχουμε πει εδώ πολλές φορές: Κάθε ποικιλία έχει τα καλά της και τα.. δύσκολα. Το Ξινόμαυρο είναι μια πολύ δύσκολη ποικιλία, που θέλει "κότσια" από τον παραγωγό για να γίνει ένα απολαυστικό κρασί... αλλά αν ο παραγωγός έχει κότσια, τότε το Ξινόμαυρο θα δώσει πραγματικά κορυφαία κρασιά... Είναι σαν το βιολί, ένα "δύσκολο" μουσικό όργανο. Που έχει εν δυνάμει τις δυνατότητες να χαρίσει μουσική απόλαυση. Στα χέρια όμως του ατάλαντου, θα μας ...γδέρνει τα αυτιά! Το ίδιο συμβαίνει και με το Ξινόμαυρο. Τώρα... αν μερικοί αρέσκονται σε κάποια "ακατέργαστα" Ξινόμαυρα που κακώς ονομάζονται παραδοσιακά, αυτά που οι τανίνες μας ...γδέρνουν αντίστοιχα το στόμα και κάνουν τσαρούχι τη γλώσσα, είναι θέμα ασφαλώς ιδιαίτερου γούστου.

Για το Ασύρτικο της Σαντορίνης, ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου λέει: "Είναι μοναδικό, πως να το κάνουμε. Εδώ (στη βόρεια Ελλάδα) δίνει άλλα χαρακτηριστικά και φυσικά δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα (της Σαντορίνης ). Κάθε περιοχή έχει τις ιδιομορφίες της."

Πάλι μια "δύσκολη" δήλωση για Βορειοελλαδίτη παραγωγό... η δεύτερη "πατρίδα" του Ασύρτικου και η πρώτη -όσον αφορά στη συγχρονη οινοποίησή του- είναι η Βόρεια Ελλάδα.

Όταν για πρώτη φορά είχα δοκιμάσει το βορειοελλαδίτικο Ασύρτικο, με τα έντονα αρώματά του κλπ κλπ, ασφαλώς δεν το ταύτισα με το γνωστό μας Ασύρτικο... Πιστεύω ότι είναι μια "άλλη" ποικιλία, στα πάντα: Σε αρώματα, σε γεύσεις, σε σώμα, σε επίγευση, διατηρώντας μόνο την οξύτητα (και το ...DNA) σαν κοινό χαρακτηριστικό... και σε μια τυφλή δοκιμή είναι δυνατόν να αναγνωρίσεις ποικιλίες μέσα στα κρασιά: Τα Syrah, Cabernet, Sauvignon Blanc κλπ παραμένουν αναγνωρίσιμα είτε δοκιμάζεις κρασί της Νέας Ζηλανδίας, την Nappa Valley ή Ελληνικά... όχι όμως το βορειοελλαδίτικο Ασύρτικο σε σχέση με αυτό της Σαντορίνης. Είναι, εξ' αλλού η Σαντορίνη, μαζί με την Γαλλική περιοχή του Chablis, οι δύο περιοχές που αποδεικνύουν την ύπαρξη του terroir.

Στο άρθρο μου "Οινικοί μύθοι και πραγματικότητα: To Terroir" έγραφα για τη διαφορά του Ασύρτικου Σαντορίνης από τα υπόλοιπα...

Σωστά ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου τονίζει ότι "Το Ασύρτικο εμείς το ξεκινήσαμε στο Πόρτο Καρράς, όταν η Σαντορίνη δεν το σεβόταν. Η κα. Κουράκου τότε, ευφυέστατα είχε πει ότι, επειδή η Βόρεια Ελλάδα και ιδιαίτερα οι λευκές ποικιλίες, δεν έχουν οξύτητα, μπορεί να αποτελέσει βάση μειγμάτων. Έτσι ξεκίνησε το Ασύρτικο. Το φέραμε για οξύτητες"... εκεί δημιουργήθηκε η σύγχρονη οινοποίηση του Ασύρτικου, που μετά μεταφέρθηκε στη Σαντορίνη (με πρωταγωνιστή εκεί το Μπουτάρη). Κάτι άγνωστο στο ευρύ κοινό των οινόφιλων.

Ας έρθουμε τέλος σε ένα -κατά τη γνώμη μου- "έγκλημα", που αν και ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου δεν το χαρακτηρίζει έτσι, αφήνει όμως ξακάθαρα να εννοηθεί: Αυτό της "εκπόρνευσης" της Μαλαγουζιάς.

"Κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο" έλεγε ο αλήστου μνήμης Ασλανίδης, υπουργός Αθλητισμού της χούντας. Σήμερα το slogan άλλαξε: "Κάθε Οινοποιείο και Μαλαγουζιά"! Η κάποτε σπάνια ποικιλία έγινε πιά ο "μαϊντανός" της οινοποιίας μας...

Τι λέει όμως και ο "δημιουργός" της Βαγγέλης Γεροβασιλείου; "...Που τη βάζεις τη Μαλαγουζιά, όπου να ναι ; Σαν ποιότητα, σαν κρασί δεν θα σου ‘πει' τίποτα. Οπότε, αν δεν έχουμε ποιότητα, βάζουμε και λίγο αρωματικό Μοσχάτο. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Δεν γέμισε ξαφνικά όλη η Ελλάδα Μαλαγουζιά. Κάτι δεν πάει καλά. Ένα μέρος φυτεύτηκαν, ένα μέρος όμως είναι εικονικά κρασιά. Απλά είναι τα πράγματα."

Είναι όμως απλά;

Η Μαλαγουζιά -σε αντίθεση με το Ξινόμαυρο- είναι μια "εύκολη" ποικιλία: Δύσκολα μπορεί ένας ατάλαντος οινοποιός να κάνει κακή Μαλαγουζιά (το ίδιο ισχύει και για το Αγιωργίτικο), αλλά εύκολα, πολύ εύκολα, μπορεί να κάνει μια αδιάφορη, μέτρια ή και ασήμαντη Μαλαγουζιά.

Αδιάφορες Μαλαγουζιές υπάρχουν πολλές... Γι' αυτό από τις εκατοντάδες σήμερα Μαλαγουζιές που παράγονται στην Ελλάδα, το House of Wine έχει μόνο 13 μονοποικιλιακές!

Οι Έλληνες οινοπαραγωγοί, όπως άλλωστε κάθε Έλληνας που μόλις δει την επιτυχία του διπλανού του σπεύδει να τον μιμηθεί, έπεσαν "με τα μούτρα" στη Μαλαγουζιά, με αποτέλεσμα να καταστρέψουν και να απαξιώσουν την δεύτερη -μετά το Ασύρτικο_ λευκή ελληνική ποικιλία που θα μπορούσε να γίνει κορυφαία σε διεθνές επίπεδο.

Στο άρθρο μου "Τις καλύτερες οινικές ευχές μου για ...λιγότερα!" πέρυσι το Δεκέμβριο επεσήμανα το πρόβλημα. Λιγώτερη Μαλαγουζιά ζητούσα.

Λέει πολλές αλήθειες ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου στη συνέντευξή του. Τολμηρές αλήθειες. Όπως επίσης αποκαλύπτει και κομμάτια της ιστορίας του ελληνικού κρασιού που έχουν είτε διαστραφεί είτε παρερμηνευτεί. Πάντα λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους.