Από τον Θ. Λέλεκα 


Αυτό το ερώτημα απασχολεί εμάς τους δημοσιογράφους οίνου σε όλο τον κόσμο, και η γενικότερη τάση στρέφεται με διαφορά στις γηγενείς ποικιλίες των οινοπαραγωγικών ζωνών του παλαιού κόσμου. Ο βασικός λόγος είναι ότι αυτές εκφράζουν σωστά το terroir της κάθε περιοχής και μας δίνουν κρασιά στη μορφή που επιτάσσει η ίδια η φύση σε κάθε σημείο.

Ως καταναλωτής και οινόφιλος, πρωτίστως, θέλω να πω το εξής: σε επίπεδο εθνικό, η Ελλάδα οφείλει να «βγάλει» προς τα έξω τις γηγενείς της ποικιλίες, να εκπαιδεύσει το οινόφιλο κοινό σε αυτές, και να κτίσει πάνω στις βάσεις που την διαφοροποιούν και αναδεικνύουν τον οινικό της πλούτο.

Σε προσωπικό επίπεδο, ωστόσο, εμείς οι Έλληνες οινόφιλοι πρέπει να τα δοκιμάσουμε όλα, μέχρι να κατασταλάξουμε στις προτιμήσεις και τα «γούστα» μας. Σαφώς και οφείλουμε να ξέρουμε και να υποστηρίζουμε τις δικές μας ποικιλίες, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να χάσουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τις πολύ καλές προσπάθειες που κάνουν οι Έλληνες οινοποιοί με τις διεθνείς ποικιλίες.

Εγώ, για παράδειγμα, λατρεύω κάποια Ελληνικά Cabernet Sauvignon με το κρέας μου, για να μη μιλήσω για πολλά (ψέμματα, τα περισσότερα) Ελληνικά Syrah, τα οποία θεωρώ ισάξια με τις μεγαλύτερες ξένες ετικέτες της ίδιας ποικιλίας. Χώρια που οι συνδυασμοί των δύο – όπως το πραγματικά αξιόλογο λευκό από Θραψαθήρι και Sauvignon Blanc του Κτήματος Πατεριανάκη από το Ηράκλειο που απόλαυσα σήμερα – συχνά συνδυάζει τα καλύτερα στοιχεία και των δύο κόσμων.

Πέρα από στεγανά και κανόνες, λοιπόν, οι καλοί Έλληνες οινοποιοί κάνουν θαύματα, είτε με τις γηγενείς μας ποικιλίες, είτε με τις διεθνείς, είτε με συνδυασμούς και των δύο. Υγεία, χρόνο και όρεξη να ‘χουμε, να τα απολαύσουμε όλα!...

Θόδωρος Λέλεκας